Σελίδες

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Καλοκαίρι 1974, το ημερολόγιο ενός φοιτητή

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Χαμένα κορμιά - Άλισντερ Γκρέυ


Χαμένα κορμιά.  Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας Συγγραφείς:   Άλισντερ Γκρέυ


Περιγραφή:
Τοποθετημένο στη Γλασκώβη και τα περίχωρά της, στην Αλεξάνδρεια και στο Παρίσι της δεκαετίας του 1880, το βιβλίο περιγράφει τις ερωτικές ζωές δύο γιατρών και μιας γυναίκας που ένας από τους δύο έχει δημιουργήσει. Περιέχει μερικούς ανίερους γάμους, αλλά σχεδόν καμία διαστροφή. Τίποτα σ αυτές τις σελίδες δεν θα μπορούσε να εκπλήξει τη Μαίρη Σέλευ, τον Λιούις Κάρολ ή τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, όπως και τίποτα δεν θα μπορούσε να κάνει ένα αθώο παιδί να κοκκινίσει.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Σπάνια διαβάζει κανείς μυθιστόρημα γραμμένο με τέτοιο κέφι, τέτοια εμπνευσμένη παραφορά, τέτοια ιδιοφυή τρέλα. Το αριστούργημα του Αλιντερ Γκρέι, του «μεγαλύτερου Σκωτσέζου συγγραφέα μετά τον Γουόλτερ Σκοτ», όπως τον αποκάλεσε ο Αντονι Μπέρτζες, ξαναγράφει την ιστορία του «Φράνκενσταϊν», αντικαθιστώντας το παραδοσιακό τέρας με την Μπέλα Μπάξτερ - μια νεαρή ερωτομανή που ξανάρχεται στη ζωή χάρη στη δεξιότητα ενός επιστήμονα που χαρακτηριστικά ονομάζεται «Θεόνικος» (και τον οποίο το νεαρό δημιούργημά του ονομάζει χάριν συντομίας «Θεό»). Το βιβλίο βασίζεται σ ένα κλασικό εύρημα: στην υποτιθέμενη ανεύρεση του μοναδικού αντιτύπου ενός βιβλίου που εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι, στις αρχές του αιώνα, κάποιος γιατρός ονόματι Αρτσιμπαλντ Μακ Κέρι και όπου περιγράφεται το τρομερό εγχείρημα της δημιουργίας της Μπέλα από τον Θεόνικο Μπάξτερ. Ωστόσο το βιβλίο συνοδεύεται από μια επιστολή της ίδιας της Μπέλα (που μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας θα πάρει το όνομα Βικτόρια), που προορίζεται για τους μελλοντικούς της απογόνους, και ανασκευάζει πλήρως το περιεχόμενο των απομνημονευμάτων του Μακ Κέρι. Ο Αλιντερ Γκρέι αναλαμβάνει να επιμεληθεί και να συνθέσει τα δύο αυτά αντιθετικά κείμενα, συμπληρώνοντας την έκδοση με τα δικά του «Ιστορικά στοιχεία και κριτικές σημειώσεις», που παρέχουν μεν περισσότερες λεπτομέρειες αλλά και περιπλέκουν το μυστήριο. Σατιρίζοντας το κλασικό βικτωριανό μυθιστόρημα, γεμάτο αναφορές στη Μαίρη Σέλεϊ, τον Χ.Τζ. Γουέλς, τον Λιούς Κάρολ, τον Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, αλλά και τον «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι, αυτό το θαυμάσια σχεδιασμένο και εικονογραφημένο από τον ίδιο το συγγραφέα βιβλίο, είναι μια ιλαρή πολιτική αλληγορία για τις ταξικές διαφορές, το βρετανικό ιμπεριαλισμό, τον ουτοπικό σοσιαλισμό, ένας στοχασμός πάνω στην ηθική και την επιστήμη, τη σεξουαλικότητα και την πολιτική, τη Σκωτία και την εθνική ταυτότητα, την αντίθεση ανάμεσα στην ανδρική φιλοδοξία και τη γυναικεία σοφία. Ταυτόχρονα, είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα: ο Γκρέι γράφει θαυμάσια, με πολλαπλή εστίαση και ποικίλες φωνές, όλες τους τέλεια αρθρωμένες και πειστικές, κατορθώνοντας να είναι υπέροχα κωμικός και θανατηφόρα ειλικρινής.



ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/12/2001







ΚΡΙΤΙΚΗ



Στο βιβλίο του
Joseph Connolly Modern First Editions: Their value to collectors (Trans-Atlantic Publications, 1987) υπάρχει ένα συνοπτικό λήμμα για τον Αλισντερ Γκρέυ: «Ενας μοναδικός και πολύ περίεργος συγγραφέας ­ απερίγραπτη πρόζα, γι αυτό δεν θα το προσπαθήσω καν. Ωστόσο είναι απίστευτα καλή». Η ελληνική έκδοση του πιο σημαντικού έργου του σκωτσέζου συγγραφέα δίνει στον έλληνα αναγνώστη την ευκαιρία να συμφωνήσει με την παρατήρηση. Γιατί το Χαμένα κορμιά αποτελεί ­ και στην ελληνική, πολύ καλή απόδοσή του ­ ένα πυκνό και μεγαλοφυές μυθιστόρημα, το είδος του βιβλίου που αυτοαναιρείται και στη συνέχεια αυτοαποκαθίσταται, με αποτέλεσμα να απαιτεί προσεκτική ή και περισσότερες από μία αναγνώσεις. Η χειμαρρώδης μυθοπλαστική φαντασία του Γκρέυ συμπληρώνεται από τον τρόπο που εικονογραφεί τα έργα του (ασχολήθηκε με την εικονογράφηση πριν από τη συγγραφή), το σκοτεινό και ευφυές χιούμορ του, τις νύξεις γύρω από την ιστορία της γενέτειράς του, τη βαθιά γνώση του γυναικείου φύλου και μια δυνατότητα συμβολισμού που δεν φαίνεται να γνωρίζει χρονικά και γεωγραφικά όρια. Για το σύνολο των αρετών του το εν λόγω μυθιστόρημα τιμήθηκε το 1992 με το βραβείο Whitbread, καθώς και με το βραβείο πεζογραφίας της εφημερίδας «Guardian».

Το βιβλίο χωρίζεται χονδρικά σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο είναι η εισαγωγή του επιμελητή Αλισντερ Γκρέυ, όπου περιγράφει πώς αυτό το βιβλίο (πρόκειται για το τμήμα που ακολουθεί) έπεσε στα χέρια του. Το δεύτερο και το πιο βασικό τμήμα τιτλοφορείται «Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας» και υπογράφεται από τον δόκτορα Αρτσιμπαλντ Μακ Κέρι. Το βιβλίο τοποθετείται στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γλασκώβη και περιγράφει τη σχέση του δόκτορα Μακ Κέρι με τον επίσης γιατρό Θεόνικο Μπάξτερ, την ικανότητα του τελευταίου να μεταμοσχεύει όργανα σε νεκρούς οργανισμούς με αποτέλεσμα τη νεκρανάστασή τους και την εφαρμογή της μεθόδου του σε μια νέα, έγκυο γυναίκα που αυτοκτόνησε πέφτοντας στο ποτάμι. Ο Μπάξτερ τής έδωσε το μυαλό του εμβρύου που κυοφορούσε μέσα της και την ονόμασε Μπέλλα Μπάξτερ. Από αυτό το σημείο η δράση ακολουθεί την αναγεννημένη ηρωίδα στα ταξίδια, στους έρωτές της, στην εκ νέου ανακάλυψη του κόσμου και στον γάμο της με τον δόκτορα Μακ Κέρι. Το τρίτο μέρος είναι μια επιστολή της Μπέλλας Μπάξτερ προς τους απογόνους της που συνοδεύει το βιβλίο του συζύγου της, δίνει τη δική της εκδοχή της ιστορίας και ενημερώνει για το υπόλοιπο της ζωής της. Τέλος, υπάρχουν τα «Ιστορικά Στοιχεία και Κριτικές Σημειώσεις του Αλασνταρ Γκρέυ» (ένα σκοτεινό σημείο της ελληνικής έκδοσης είναι ότι αμέλησε να συμφωνήσει σχετικά με το μικρό όνομα του συγγραφέα), όπου ο ψευτο-επιμελητής Γκρέυ τελειοποιεί τις λεπτομέρειες στη μυθοπλασία του με ακόμη περισσότερη φαντασία και αποκαλύπτει τη δική του άποψη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα. Μία ακόμη εκδοχή του Φρανκενστάιν; Ο συγγραφέας δεν αρνείται την επιρροή από άλλα έργα και εκτός από τις σχετικές ευχαριστίες στο τέλος του βιβλίου παραθέτει έναν πιο πλήρη κατάλογο διά μέσου του στόματος της βασικής ηρωίδας του: «Η ιστορία του δεύτερου άνδρα μου έχει οφθαλμοφανώς όλα τα νοσηρά στοιχεία που χαρακτήριζαν τον πιο νοσηρό αιώνα της ανθρωπότητας, τον δέκατο ένατο. Εδωσε επιπλέον μυστήριο στην ήδη μυστήρια διήγησή του αντιγράφοντας επεισόδια και ολόκληρες φράσεις από το "Ο Τάφος του Αυτόχειρα" του Χογκ αλλά και από τον "Φρανκενστάιν" της Μαίρης Σέλεϋ και τα διηγήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόε. [...] Βρίσκω ομοιότητες με βιβλία όπως "Η επερχόμενη φυλή", "Τζέκιλ και Χάιντ", "Δράκουλας", "Τρίλμπι", "Η καταβεβλημένη καβαλάρισσα", "Οι ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς", ακόμη και "Η Αλίκη πίσω απ τον καθρέφτη", που είναι πιο σκυθρωπό βιβλίο από την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων"». Το δημιούργημα όμως του Μπάξτερ και κατ επέκταση του Γκρέυ παραπέμπει σε πολύ βαθύτερα νοήματα από το θλιβερό πλέον κλισέ τού «άσχημη εμφάνιση - καλή καρδιά» του ήρωα της Μαίρης Σέλεϋ. Η Μπέλλα Μπάξτερ δεν είναι απλά εμφανίσιμη αλλά αντιπροσωπεύει το όνειρο κάθε άνδρα: μια όμορφη γυναίκα με την αφέλεια και την αγνότητα ενός μικρού κοριτσιού. Η ειρωνεία του Γκρέυ δεν σταματά εδώ. Μέσα από τα λόγια του πιο γνωστικού ήρωά του, του Θεόνικου Μπάξτερ, ο συγγραφέας αντιπαραθέτει τις αντιλήψεις για τις καθώς πρέπει, υστερικές και εξαρτημένες από τους συζύγους τους «κυρίες» της εποχής με τα πιο ελεύθερα γυναικεία πνεύματα και παρέχει στην ηρωίδα του τη γνώση και την άνεση να κινηθεί χωρίς προκαταλήψεις. Με αυτόν τον τρόπο όμως δημιουργεί ένα νέο «τέρας» που μπορεί να οδηγήσει τους άντρες στην τρέλα αλλά και να γνωρίσει την απόρριψη του κόσμου και τη μοναξιά σε μεγαλύτερη ηλικία.

Στο τέλος του βιβλίου ο επιμελητής Γκρέυ περιγράφει τον εαυτό του ως «ένα χοντρό, φαλακρό, ασθματικό, παντρεμένο περιπατητή που βγάζει το ψωμί του γράφοντας και ζωγραφίζοντας». Ο σκηνογράφος, ζωγράφος, ποιητής και συγγραφέας μυθιστορημάτων, παιδικών βιβλίων και θεατρικών έργων Γκρέυ γεννήθηκε το 1934 στη Γλασκώβη, όπου ζει ως σήμερα, μάλλον με τον τρόπο που περιγράφει το ταπεινό
alter ego του.



ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟ ΒΗΜΑ , 23-12-2001





ΚΡΙΤΙΚΗ



Τα «Χαμένα κορμιά» συνοδεύει ο υπότιτλος «Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας». Οπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς εξαρχής από τη σημειολογία των στοιχείων που ανέφερα, ο Αλιστερ Γκρέι, δημιουργός του σχολιαζόμενου μυθιστορήματος, γνωστός Σκωτσέζος πεζογράφος, ζωγράφος και θεατρικός συγγραφέας (γεννημένος το 1934), προσπαθεί να μας εισαγάγει στην ατμόσφαιρα κλασικών έργων. Θέλει, είναι προφανές, να ανασυστήσει, σε ένα πρώτο, μορφικό επίπεδο, την παραδοσιακή μορφή των μυθιστορημάτων του 18ου και 19ου αιώνα (τη γραφή του Μέλβιλ, του Στίβενσον, του Φίλντινγκ κ.ά.) και να προχωρήσει, όπως θα διαπιστώσουμε συνεχίζοντας την ανάγνωση του κειμένου πια, σε ένα διακειμενικό, και όχι μόνο, παιχνίδι με την Ιστορία, τη φαντασία και τις δυνατότητες της αφήγησης, ώστε να προκαλέσει την επιθυμητή «αναστάτωση» στα αντανακλαστικά μας απέναντι στο προτεινόμενο κοκτέιλ.

Ο Γκρέι κάνοντας ένα είδος «νέας ιστορίας» (θα τολμούσα να πω πολύ ελεύθερα χρησιμοποιώντας τον όρο) με διάμεσο τη λογοτεχνία και ένα ευρύ πραγματολογικό υλικό, προτείνει ένα «μεταμοντέρνο» κείμενο: ας μου επιτραπεί για μια ακόμα φορά αυτή η μάλλον αόριστη έκφραση, που μας διευκολύνει ωστόσο να εισπράξουμε ετερόκλητες, κάποτε, αισθητικές χειρονομίες ως εκδήλωση αυτής της «τεχνοτροπίας». Ο συγγραφέας μας χρησιμοποιώντας το φανταστικό είδος, με σαφείς αναφορές στη Μαίρη Σέλεϊ και στο γκόθικ μυθιστόρημα του προπερασμένου αιώνα, κάνει μία μάλλον αυθαίρετη εξιστόρηση της κοινωνικής και επιστημονικής ζωής της Γλασκώβης, ξεκινώντας πριν από 150 τόσα χρόνια και συνεχίζοντας τη διαδρομή σε μερικές δεκαετίες του περασμένου αιώνα... Σκοπός του είναι να δημιουργήσει ένα περίεργο σύνθεμα, που υποκρίνεται ότι διεκδικεί την αλήθεια ή τη γοητεία, αν θέλετε, της μαρτυρίας, ενώ παίζει με τις φωτοσκιάσεις του λογοτεχνικού ψεύδους: δηλαδή με τις εντυπώσεις από τη συνειδητοποίηση της υπεροχής του «αφηγητή» έναντι άλλων αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά το παρελθόν.

Ο Σκωτσέζος, ευφυής «παίκτης», μιμούμενος το παράδειγμα άλλων σύγχρονων ομοτέχνων του (πολύ πρόχειρα θα μπορούσαν να αναφέρω τον "Αντριου" Μίλερ ή τον Ρόμπερτ Σνάιντερ) βυθίζεται κυριολεκτικά στην παλαιότερη και σύγχρονη γραμματολογία, για να φτιάξει αυτό το ψευδοντοκουμέντο, το οποίο τρέφει και τρέφεται από τη λογοτεχνία.

Το εύρημα της (δήθεν) ανακάλυψης ενός παλιού βιβλίου στα σκουπίδια κάποιου παλιού, υπό διάλυση, δικηγορικού γραφείου της Γλασκώβης, γραμμένου από ένα γιατρό, τον Αρτσιμπαλ Μακ Κέρι, με τίτλο «Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας», που δίνει το έναυσμα στο μύθο, δεν είναι δα και πρωτότυπο. Ομως ο Γκρέι το εκμεταλλεύεται θαυμάσια και προσθέτοντας άλλα παρόμοια γραπτά «ευρήματα», ξετυλίγει την παράδοξη αφήγησή του.

Στο κείμενο του Μακ Κέρι διαβάζουμε την ιστορία του: ο συγγραφέας είναι ένας χωριάτης, καρπός μιας αγρότισσας και ενός αριστοκράτη, που έρχεται στη Γλασκώβη να σπουδάσει ιατρική. Οι άκομψοι τρόποι του τον απομονώνουν από τη φοιτητική κοινότητα και τον κάνουν δυστυχή. Παρ όλ αυτά το πάθος για την επιστήμη του τον οπλίζει με πείσμα. Την άμυνά του αυτή έρχεται να σφραγίσει η παρουσία κάποιου συμφοιτητή του περισσότερο μειονεκτικού από τον ίδιο, ενός τερατώδους στο δέμας νεαρού, του Θεόνικου Μπάξτερ: γιου ενός αυταρχικού γιατρού, που κληροδότησε στον κατιόντα του σύφιλη, με αποτέλεσμα τη δυσμορφία και επισφαλή υγεία του τελευταίου. Ο αποσυνάγωγος, επίσης, Μπάξτερ, όμως, είναι ιδιοφυΐα στην ιατρική και πειραματίζεται πάνω στο φαινόμενο της ζωής με παράτολμες μεθόδους (οι συνειρμοί με γνωστά, ρομαντικά κείμενα επιτρέπονται). Εδώ να σημειωθεί ότι το βιβλίο που έχει πέσει, υποτίθεται, στα χέρια του Γκρέι, είναι διακοσμημένο με γκραβούρες: αυτές εικονίζουν παράξενα εκτός από τα πρόσωπα της ιστορίας και όργανα του σώματος. Ετσι το ψευδοντοκουμέντο με τα παρακειμενικά αυτά σημεία αποκτά μια σκοτεινή αισθητική διάσταση, δηλαδή μια ομορφιά που πηγάζει από την απροσδόκητη καλλιτεχνική χρήση της φυσιολογίας. Για να πούμε και εδώ τα πράγματα με το όνομά τους: ο Γκρέι αντλεί και αυτή την παράμετρο από συγγενικά ευρήματα σε άλλες αφηγήσεις. Ας θυμηθούμε τον κινηματογράφο και την ανάλογη αισθητική του Καναδού Κρόνεμπεργκ..

Ο γιγαντόσωμος Μπάξτερ, που μιλάει με δυνατή, ενοχλητική φωνή, αρχίζει τη συναναστροφή με τον Κέρι. Το δίδυμο, ο δειλός επαρχιώτης και το τολμηρό «τέρας», από μόνο του ιδιότυπο ζευγάρι, αποτελεί μια εξπρεσιονιστική διασταύρωση χαρακτήρων για να βρεθούμε κάπως πιο ομαλά μπροστά στο αποτέλεσμα της Υβρεως: στο εξωπραγματικό δημιούργημα του Μπάξτερ, που είναι μια κοπέλα με εμφυτευμένο στο κρανίο της το μυαλό ενός εμβρύου. Η «εκβλάστηση» αυτή προήλθε από τα μαγικά χέρια του νεαρού γιατρού, που έδωσε παράταση ζωής στο ημιθανές σώμα μιας αυτόχειρος κοπέλας σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ο νέος εγκέφαλος της τελευταίας λειτουργεί χάρη στον εγκέφαλο του εμβρύου της και η νοημοσύνη της, φυσικά, είναι ανάλογη της ηλικίας του καρπού της κοιλίας της. Η Μπέλα, έτσι έχει βαπτίσει το ον αυτό ο Μπάξτερ, αρχίζει να μαθαίνει τον κόσμο και βέβαια τη γλώσσα με τη βοήθεια του δεύτερου (Π) πατέρα της, τον οποίο, καθόλου τυχαία, αποκαλεί «Θεό», εκ του Θεόνικος. Ο τελευταίος είναι βαθιά ερωτευμένος με το δημιούργημά του και του αφιερώνεται. Η γυναίκα, παρορμητική και επιπόλαιη στις εκδηλώσεις της, δείχνει και αυτή να ανταποκρίνεται. Προτιμά, όμως, τον Κέρι και του υπόσχεται αιώνια ένωση. Ταυτόχρονα... ωστόσο το σκάει με τον ακόλαστο δικηγόρο Κάπτσουρινγκ για ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Μία μακροσκελής επιστολή του τελευταίου που περιέχει το βιβλίο, μας πληροφορεί για την απίστευτη σεξουαλική φύση της Μπέλα και την αμεσότητα της συμπεριφοράς της, που φτάνει στα όρια του ελκυστικότατου πρωτογονισμού. Ο Κάπτσουρινγκ την εγκαταλείπει, εκείνη δοκιμάζει άφθονες ερωτικές και άλλες εμπειρίες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, για να γυρίσει στο τέλος αμετανόητη, το ίδιο «αθώα» στον προστάτη της και στον Κέρι. Στη διαδρομή αυτογνωσίας, ας πούμε, της Μπέλα, ο Γκρέι παρεμβάλλει και αληθινά πρόσωπα, όπως τον καθηγητή και δάσκαλο του Φρόιντ, τον υπνωτιστή Σαρκό, ο οποίος γοητεύεται από την περίπτωση της Μπέλα και την επιδεικνύει στον επιστημονικό κόσμο. Στη δράση μπαίνει αιφνιδίως ένας στρατηγός, ο Μπλέσινγκτον, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η Μπέλα ήταν σύζυγός του και πείσθηκε να μείνει κοντά στο γυναικολόγο της Μπάξτερ, στον οποίο είχε αναθέσει μία επέμβαση για μείωση της υπερσεξουαλικότητάς της...

Τα πράγματα περιπλέκονται, ο στρατηγός πείθεται να μη διεκδικήσει τη σύζυγό του, για ν αποφευχθεί το σκάνδαλο, η Μπέλα παντρεύεται τον Κέρι και ο φιλάσθενος Μπάξτερ πεθαίνει, αφού αφήνει την περιουσία του στους νεόνυμφους. Η Μπέλα εργάζεται ως γιατρός σε μαιευτήριο, γίνεται πασίγνωστη για τις επιστημονικές της επιδόσεις και την πολιτική της δράση μέσω του φαβιανού και φεμινιστικού κινήματος. Κάπου εδώ τελειώνει το βιβλίο του Κέρι. Στη συνέχεια διαβάζουμε μια επιστολή της ιατρού Μπέλα Μακ Κέρι προς τους απογόνους της, που είχε βρεθεί και αυτή στα σκουπίδια του δικηγορικού γραφείου.

Η ιστορία που γνωρίσαμε από το βιβλίο του Κέρι ανατρέπεται και δίνει τη θέση της σε μια λιγότερο ατμοσφαιρική εκδοχή των γεγονότων: η Ιστορία και η λογική μπαίνουν ση μέση, η «πραγματικότητα» δηλαδή εισφέρει τη δόση και τη γεύση της στο συνολικό προϊόν.

Αυτό, λοιπόν, το σύνθετο μυθιστόρημα, που θα μπορούσε να μιλάει, υπόθεση κάνω, για το αξεδιάλυτο παλίμψηστο πραγματικότητας και μυθοπλασίας, πετυχαίνει να σε κρατήσει με τις λύσεις του σε μια γοητευτική αμηχανία. Να σε αφήσει με την αίσθηση μετά την ανάγνωσή του ότι έχεις μπροστά σου κάτι αναφομοίωτο.

Θα αδικούσα τη μετάφραση του κ. Δημήτρη Βαρδουλάκη εάν έλεγα μόνο ότι απέφυγε τους γλωσσικούς σκοπέλους του πρωτοτύπου: η απόδοση στα ελληνικά έγινε ευρηματικά και με γνώση. Ο κ. Δ. Β. είχε να κάνει με ένα, αν μη τι άλλο, ολισθηρό και απαιτητικό κείμενο, που αξίζει να διαβαστεί από όσους έχουν αντιληφθεί την πεζογραφία ως μία υπόθεση που υπερβαίνει τη ρεαλιστική ηθογραφία και είναι, πλέον, ένας ακριβής πολιτισμικός καθρέφτης.



ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 30/03/2002

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Στη Φωλιά Του Κούκου

«Στη Φωλιά Του Κούκου»

Το μυθιστόρημα «Στη Φωλιά Του Κούκου», είναι το νέο βιβλίο των εκδόσεων Anubis, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του και ενέπνευσε την ομότιτλη ταινία των 5 Oscar.

Το μοναδικό μυθιστόρημα του Ken Kesey έχει αφήσει το ανεξίτηλο στίγμα του στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Η αξέχαστη ιστορία των τροφίμων μιας ψυχιατρικής πτέρυγας εστιάζει στη σύγκρουση της Νοσοκόμας Ράτσεντ και του Ραντλ Πάτρικ ΜακΜέρφι, του νέου, καβγατζή τροφίμου, που αποφασίζει να αντιταχθεί στην τυραννία της. Μέσα από τα μάτια του Αρχηγού Μπρόμντεν, ενός φαινομενικά κωφάλαλου τροφίμου, ξεδιπλώνεται η ηρωική προσπάθεια του ΜακΜέρφι να πολεμήσει εκείνες τις δυνάμεις -εξωτερικές και εσωτερικές- που μας κρατούν αιχμάλωτους.

«Μια συγκλονιστική παραβολή της μάχης ανάμεσα στο καλό και το κακό.» The New York Times Book Review

«Μια κραυγή αγανάκτησης ενάντια στους άγραφους νόμους της κοινωνίας και σε εκείνους που τους επιβάλλουν.» Time Magazine

Λίγα λόγια για το συγγραφέα:

O Ken Kesey γεννήθηκε στο Όρεγκον το 1935 και σπούδασε Δημοσιογραφία και Δημιουργική Γραφή. Σο 1959 ο Kesey δούλευε στη βραδινή βράδια του Νοσοκομείου Βετεράνων Μάνλο Παρκ όπου περνούσε αρκετό χρόνο με τους ασθενείς, για τους οποίους πίστευε πως δεν ήταν παράφρονες αλλά φυσιολογικοί άνθρωποι, που η κοινωνία είχε παραγκωνίσει γιατί δε συμπεριφέρονταν με τον τρόπο που εκείνη απαιτούσε. Οι εμπειρίες του απ’ αυτό το διάστημα τον ενέπνευσαν να γράψει το έργο Στη Φωλιά του Κούκου, το οποίο εκδόθηκε το 1962 και έγινε αμέσως επιτυχία. Σο 1975, το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστή τον Jack Nicholson και απέσπασε πέντε Oscar (Καλύτερης ταινίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου, Α’ Γυναικείου Ρόλου, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Διασκευασμένου σεναρίου).

ΠΗΓΗ:

Βιβλίο για πάντα !

Σύνδεσμος


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Άνοιξη

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Ουράνιο τόξο

Η Βροχή
Ο ήλιος
Και το ουράμιο τόξο
Εγώ Περαστικός
Κι εσύ αλλου...

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Κώστας Ταχτσής: Ζωή σαν μυθιστόρημα


Κώστας Ταχτσής: Ζωή σαν μυθιστόρημα
Κώστας Ταχτσής: Ζωή σαν μυθιστόρημα
11/11/2009 2:25:56 μμ
Σε όλη του τη ζωή πάλευε με τους δαίμονές του- κατάφερε, όμως, να γράψει ιστορία με ένα έργο που έμελλε να γίνει κλασικό. Ο συγγραφέας που έκανε τις παιδικές του αναμνήσεις μυθιστόρημα με το θρυλικό «Το τρίτο στεφάνι» έζησε μια ζωή τρικυμιώδη, με έναν τραγικό επίλογο που ήταν σαν να το είχε ο ίδιος επιλέξει.

Πάσχα του 1960. Σκίζει ό,τι έχει γράψει στην Αυστραλία -εκατοντάδες σελίδες- και ξεκινάει από την αρχή. Εκστασιασμένος από την επιστροφή του στην Ελλάδα, την οποία αντικρίζει ξανά ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, πιάνει την άκρη του νήματος και προσπαθεί να βγει από τον λαβύρινθο των αναμνήσεών του. Παραδομένος σε μια ανείπωτη ευτυχία, μαγεμένος από μια χώρα που είναι σαν να ανακαλύπτει για πρώτη φορά, ανασκευάζει, «διορθώνει» τη ζωή στο χαρτί. Με αισιοδοξία και χιούμορ.

Διαβάζει τα πρώτα πέντε κεφάλαια στον Εμπειρίκο. Εκείνος ενθουσιάζεται, το αποκαλεί από την πρώτη στιγμή «ένα ελληνικό έπος» και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει. Φορτώνει μια γραφομηχανή στη βέσπα που έχει φέρει μαζί του από το Σίδνεϊ και ξεκινάει για τον γύρο της Ευρώπης. Τα βράδια γλεντάει και τα πρωινά γράφει. Ετσι ολοκληρώνει «Το τρίτο στεφάνι». Σχεδόν απνευστί. Το βιβλίο που στοιχειώνει τον ίδιο αλλά και τη μεταπολεμική μας λογοτεχνία.

Αυτήν την εποποιία μιας εποχής, που μέσα από μονολόγους παραληρηματικούς, σχεδόν θεατρικούς (γεγονός πρωτόγνωρο στην ελληνική γραμματεία), καταφέρνει να αφηγηθεί τις ζωές δύο γυναικών και μέσα από αυτές ολόκληρη την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Με όλους τους ιδιωματισμούς των λαϊκών ανθρώπων, τους αστεϊσμούς, τις εντάσεις και τις συγκινήσεις του αρχετυπικού τους λόγου.

Αντιστρέφοντας τα πραγματικά γεγονότα, κάνοντας τα δραματικά να μοιάζουν περισσότερο κωμικά, και τα κωμικά λίγο σαν δραματικά, κρατώντας παρ’ όλα αυτά την τραγικότητα σε στιγμές συντριβής και απόγνωσης. Και χάρις στο μπόλιασμα της μυθιστορηματικής φόρμας, ο ταπεινός και τετριμμένος διάκοσμος γίνεται νεοκλασικό σκηνικό και η γλώσσα της γειτονιάς λογοτεχνικό ύφος που ξεπερνάει την ηθογραφία και το πέρασμα του χρόνου- γίνεται ιστορική μαρτυρία. Από την ειδυλλιακή αθηναϊκή μπελ εποκ μέχρι την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όπου κρατάει ίσες αποστάσεις από την αριστερά και τη δεξιά, σχολιάζοντας ευφυώς την ιδιοσυγκρασία του Ελληνα ανεξαρτήτως παράταξης.

Κι σε αυτό το «έπος της μικροαστικής Ελλάδας» (που ο ίδιος προτιμάει να χαρακτηρίζει «ιλαρο-τραγωδία»), με πρωταγωνίστρια την κυρά Εκάβη (δηλαδή τη γιαγιά του, δηλαδή την Ελλάδα), πρωταγωνιστής είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας. Σε μια πρόωρη παραδοχή -λογοτεχνικού- τρανσβεστισμού, μάλιστα, αφηγείται την ιστορία του μέσω της νύφης της Εκάβης, της Νίνας. Είναι το όνομα που αργότερα οικειοποιείται στις νυχτερινές του αναζητήσεις με την ιδιότητα του εκδιδόμενου τραβεστί, ενώ δηλώνει σε φιλολογίζουσες παρέες, λίγο για να σκανδαλίσει και λίγο για να υπερθεματίσει, «η Νίνα είμαι εγώ!»...

Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη. Παιδί χωρισμένων γονιών, τον πατέρα τον γνώρισε ελάχιστα. Η μάνα, ιδιαίτερα ανεξάρτητη για την εποχή της, τον «παραδίδει» και μεγαλώνει στα χέρια της Αθηναίας γιαγιάς του, που έχει βρεθεί στη Μακεδονία υπό τις ίδιες συνθήκες, πάνω κάτω, που βρέθηκε και η Εκάβη του «Στεφανιού». Και για τους ίδιους ακριβώς λόγους παίρνει τον εγγονό της και εγκαθίστανται στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, όπου ζει όλες τις περιπέτειες και τις σύγχρονες τραγωδίες της Ελλάδας. Ο Κώστας Ταχτσής περνάει την εφηβεία του σε ένα μητριαρχικό περιβάλλον, όπου τα αρσενικά πέφτουν συχνά θύματα των γυναικών, οι οποίες μηχανορραφούν εις βάρος τους, υφαίνοντας σαν τις αράχνες τον ιστό στον οποίο παγιδεύουν τους άντρες-θηράματά τους. Κι έτσι χάρη σε αυτές, διεισδύει από πολύ μικρός στη γυναικεία ψυχολογία -αντιζηλίες, προδοσίες, εκδίκηση- την οποία και αποδίδει τόσο αριστουργηματικά στο έργο του.

Ως ενήλικας, επιλέγει μια ζωή ακραία τολμηρή -ώς εξωφρενική: Ανοιχτά ομοφυλόφιλος από πολύ νωρίς (τον χαρακτηρίζει έντονα το αίσθημα της ελευθερίας) και υπέρμαχος της ειλικρίνειας και της συνέπειας λόγων και πράξεων όσο λίγοι, κάτι που στον πολυποίκιλο και πολυτάραχο βίο του δημιουργεί άπειρες προστριβές και έχθρες.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, φοιτητής της Νομικής ακόμα (την οποία ποτέ δεν τέλειωσε) γίνεται μέλος του κύκλου του «Βυζάντιου» και του «Μπραζίλιαν», των καφενέδων που στέγαζαν τις συζητήσεις και τα οράματα της πρώτης μεταπολεμικής -μεγαλοαστικής κυρίως- παρέας νεαρών διανοουμένων: Γιώργος Μακρής, Ελύτης, Γκάτσος, Χατζιδάκις, Αργυράκης, Νάνος Βαλαωρίτης -με τον οποίο συνδέεται φιλικά εφ’ όρου ζωής.

Κάνει μερικές ποιητικές απόπειρες με το «Περί ώραν δωδεκάτην» το ’53, και τη «Συμφωνία στο Μπραζίλιαν» το ’54, για να το πάρει απόφαση ότι δεν είναι «γεννημένος ποιητής», κι έτσι στην τελευταία του συλλογή «Καφενείο το Βυζάντιο», το ’56, βάζει τον Τσαρούχη και του φιλοτεχνεί το εξώφυλλο, με ένα αγγελτήριο θανάτου, «τελειώνοντας» με την ποίηση! Με τον ζωγράφο είναι γείτονες στις σοφίτες του περίφημου μεγάρου Καλλιγά στο Σύνταγμα, και οι σχέσεις τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους δεν διακρίνονται από μεγάλη σύμπνοια, αλλά μάλλον από ανταγωνιστική διάθεση. Σε αυτόν, εξάλλου, χρωστάει τη γνωστή ρήση: «Ο Ταχτσής κάνει γκελ με την άβυσσο»!

Εργάζεται ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου, στην Αθήνα βιοπορίζεται διδάσκοντας αγγλικά, και το ‘54 αρχίζει τις μεγάλες του εξορμήσεις -και περιπέτειες- ανά την Ευρώπη. Το ‘56 δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Παιδί και το δελφίνι», που γυρίζεται στην Υδρα με τη νεαρή τότε Σοφία Λόρεν, και τον επόμενο χρόνο φεύγει μετανάστης στην Αυστραλία. Στους «Αντίποδες» «ενηλικιώνεται»: Ξεκινάει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματός του και αρχίζει να εκδίδεται ως παρενδυτικός, μια συνήθεια που τον ακολουθεί στο υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τελευταίας -κυριολεκτικά- πνοής. Πάντα με το ίδιο μοτίβο: Σκεπτόμενος διανοούμενος το πρωί, ακροβάτης των σεξουαλικών ισορροπιών τη νύχτα.

«Το τρίτο στεφάνι» το εκδίδει πουλώντας ένα σπίτι στην Πλάκα, διανέμει τον Ιανουάριο του ‘63 μερικά αντίτυπα και φεύγει με το πρώτο καράβι, άρον άρον σαν απόδραση, για την Αμερική, όπου διανύει δύο συναρπαστικά και τρικυμιώδη χρόνια. Ο Βαλαωρίτης ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και του ζητάει ένα διήγημα για το πρώτο τεύχος. Του στέλνει από τη Νέα Υόρκη «Τα ρέστα». Παρόλο που επανέρχεται αυτοβιογραφούμενος, η μοντέρνα γραφή και η κριτική απόσταση από τα βιώματά του αποδεικνύουν, χάρη στην άρτια τεχνική του, την ωριμότητα και την εξελισσόμενη μαστοριά του ως πεζογράφου. Με αφορμή τα επόμενα τεύχη, και ως μέλος της συντακτικής ομάδας του «Πάλι», πίσω στην Αθήνα, ολοκληρώνει σειρά διηγημάτων, κάτι σαν «ένα μυθιστόρημα αλυσίδα» όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, που κάτω από τον τίτλο του πρώτου αποτελούν τη συλλογική έκδοση του ‘72.

Η δικτατορία τού στερεί τη μαζική επανέκδοση του «Στεφανιού», καθώς ο Δεσποτίδης των εκδόσεων «Θεμέλιο», που του το προτείνει, συλλαμβάνεται την ώρα που στη Γαλλία εκδίδεται σε μετάφραση του κορυφαίου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ. Συνυπογράφει τη «Δήλωση των 18 κατά της λογοκρισίας», ενώ οι συναναστροφές του πια περιλαμβάνουν από τον Σεφέρη μέχρι τον Ιόλα, τον Φασιανό και τον Ακριθάκη, οι οποίοι αποδεικνύονται καρδιακοί φίλοι. «Το τρίτο στεφάνι» αναπάντεχα διαδίδεται χάρις στους πολιτικούς κρατουμένους του Κορυδαλλού, περνώντας από χέρι σε χέρι. Το 1973, ο Αγγελόπουλος συνεργάζεται μαζί του στο σενάριο του «Θιάσου», ξεχνώντας να βάλει το όνομά του στους συντελεστές.

Η μεταπολίτευση φέρνει ελπίδες για τις νέες προοπτικές της σύγχρονης Ελλάδας. Γίνεται σύμβουλος λογοτεχνίας στην κρατική τηλεόραση και συν-σχεδιάζει μαζί με τον Χατζιδάκι το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως παραιτείται, συνειδητοποιώντας ότι, φύσει και θέσει ανένταχτος κι ελεύθερος, είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με τους αυλοκόλακες και τα τερτίπια του κατεστημένου.

Διασκευάζει εξαιρετικά για τη φίλη του Ελλη Λαμπέτη το ’75 την πρωτοποριακή «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» και το ’78 τη «Φιλουμένα», ενώ εξοργίζει την πλειονότητα των αρτηριοσκληρωτικών φιλολόγων, μεταφέροντας τον Αριστοφάνη σε σύγχρονες πολιτικοκοινωνικές αντιστοιχίες -«Λυσιστράτη», «Βατράχους», «Εκκλησιάζουσες», όλα παραγγελίες του Σπύρου Ευαγγελάτου- με τη χρήση λαϊκού ζωντανού λόγου και «καλλιαρντών» (την αργκό των τραβεστί). Ολα αυτά, στον κολοφώνα της δόξας του ?το «Στεφάνι» πια μπεστ σέλερ και το δοκιμιακό «Η γιαγιά μου η Αθήνα» του ’79 να τον ανάγει σε ζωντανό μύθο του αθηναϊκού γίγνεσθαι.

Στη δεκαετία του ’80 αναλώνεται σε φοβερές συγκρούσεις με τους παρενδυτικούς της Συγγρού, μια πολύπλοκη ρήξη με αφετηρία την ίδρυση του απελευθερωτικού κινήματος των γκέι, και η δημοσιοποίηση της προσωπικής του ζωής οδηγεί στην ακύρωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Τρίτου στεφανιού» από τον Αγγελόπουλο και τον Κακογιάννη. Με αυτό το παράπονο φεύγει, θύμα μιας μυστηριώδους δολοφονίας από εραστή-πελάτη στο σπίτι του στον Κολωνό, ξημέρωμα της 26ης Αυγούστου του 1988, σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών. Αφήνοντας ημιτελή μια εξαιρετικού ύφους και αφηγηματικής πυκνότητας προφητική αυτοβιογραφία «Το φοβερό βήμα», όπου πρόλαβε να πει τα πάντα για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους υπόλοιπους, κάποιος -άθελα του ή προσχεδιασμένα- φρόντισε να μην προλάβει...

Περί ελευθερίας

«...Ετσι, κατέληξα και στον έρωτα ό,τι και σ’ όλα τα άλλα, δηλαδή να είμαι κάτι και συγχρόνως να μην είμαι. Να είμαι κι εδώ κι εκεί και παντού... Φαντάζομαι ότι αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που με πιάνει ασφυξία ακόμα και στην ιδέα ότι μπορεί ν’ ανήκω επίσημα και τελεσίδικα σε μια οποιαδήποτε κλειστή ομάδα ή οργάνωση, κι αυτός είναι πάλι εν μέρει, ο λόγος που δεν πολυπιστεύω στην αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε αγώνα μέσα από οργανώσεις. Πιστεύω ότι την αληθινή ελευθερία -κατ’ αντιδιαστολή προς τις πρακτικές ελευθερίες της καθημερινής ζωής- την κατακτάει κανείς μόνος του».

«Μια συνέντευξη» από το βιβλίο «Η γιαγιά μου η Αθήνα»

Και του λιμανιού και του σαλονιού

«...οι ανορθόδοξες ερωτικές μου συνήθειες, που είναι εξ’ ορισμού αταξικές, μ’ έμαθαν να μην κάνω κοινωνικές διακρίσεις. Εδώ πρέπει να εξομολογηθώ κάτι: Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν κατάφερα να ταυτιστώ με μια τάξη, ούτε με τους αστούς, ούτε με το λαό. Πάντα αισθανόμουν ότι ήμουν έξω, κάτι αλλιώτικο. Ούτε στο λούμπεν προλεταριάτο ανήκα ποτέ, ούτε στη μεγάλη κοινωνία, ούτε πουθενά. Τους έβλεπα όλους λίγο απέξω, λίγο αντικειμενικά, δηλ. μπορούσα τη μια στιγμή να είμαι με εργάτες και να φερθώ ανάλογα και την άλλη στο σαλόνι της κυρίας τάδε και να φερθώ επίσης ανάλογα. Μ’ όλους έκανα λίγο θέατρο».

«Διαβάζω», Μάιος-Οκτώβριος 1986

Αναλύοντας «Το τρίτο στεφάνι»

«Ο θρήνος ταιριάζει στις γυναίκες κι αυτό με βόλευε. Oπως όλες τις "πατρίδες", έτσι και την Ελλάδα τη φανταζόμαστε και την παριστάνουμε, παραδόξως, σαν γυναίκα. Μια γυναίκα, λοιπόν, ταυτίζεται πολύ εύκολα με την ίδια την Ελλάδα. Ετσι, όταν διαμαρτύρεται και κλαίει η ηρωίδα, διαμαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω -να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω με την Ελλάδα. Αλλ’ από την άλλη μεριά δεν ήθελα και να περιοριστώ στο κλάμα. Ηθελα να τελειώσω με μια νότα αισιοδοξίας και κατάφασης, που κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό των Ελλήνων σαν φυλής κι επί πλέον αισθητικά απαραίτητο. Αλλιώς το "Τρίτο στεφάνι", ήδη αρκετά καταθλιπτικό, θα γινόταν μια θηλιά γύρω απ’ το λαιμό του αναγνώστη».
Συνέντευξη στον Γ.Κ.Πηλιχό, περιοδικό «Ταχυδρόμος»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ


ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Nέο βιβλίο του Λάκη Φουρουκλά


Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάργα στη Λευκωσία το νέο βιβλίο του Λάκη Φουρουκλά που φέρει τον τίτλο «Ο Άγιος Πότης».

Ο Άγιος Πότης είναι μια συλλογή από ιστορίες. Ιστορίες σοβαρές ή και λίγο αστείες. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο, τα λάθη και τα πάθη

Το βιβλίο μάς ταξιδεύει στη Βενετία και στην Κρήτη, στην Αθήνα και στη Λευκωσία, στην Ινδία και την Ταϊλάνδη, όπου ανακαλύπτουμε θαυμαστούς καινούριους κόσμους. Παρέα με τη Μήδεια φτάνουμε μέχρι και την αρχαία Ελλάδα.

Οι άνθρωποι βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σ’ αυτές τις ιστορίες. Κάποιοι απ’ αυτούς βρίσκουν διά μέσω τους τις απαντήσεις που ζητούν και κάποιοι όχι. Ορισμένοι αγγίζουν την ευτυχία και άλλοι την αφήνουν να ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά τους. Μερικοί ονειρεύονται. Κι ο τροχός της ζωής εξακολουθεί να γυρίζει… με κινητήρια δύναμη την αλήθεια του κάθε ήρωα, αλλά και του καθενός από μας.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε το 1970 από κύπριους γονείς. Μεγάλωσε στην Κύπρο. Έζησε στην Αθήνα για μερικά χρόνια και τώρα ζει στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης.

Δούλεψε σε διάφορες εφημερίδες και ραδιοσταθμούς στο νησί.

Έχει εκδώσει άλλα έξι βιβλία. Από τις εκδόσεις Γη στη Λευκωσία κυκλοφόρησαν οι συλλογές διηγημάτων «Αιώνια Αγαπημένη» και «Γαλανή & Λεύκιος», καθώς και η νουβέλα «Το λάθος πάθος». Από τη Διόπτρα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το μυθιστόρημα «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου», από την Εμπειρία Εκδοτική οι «Γυναίκες της Συγνώμης» και από τις εκδόσεις Ιβίσκος το «Αγγελική. Το ημερολόγιο μιας πόρνης».

Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «να ένα μήλο», «Ρωγμές», «Σοδειά» και «αντί x λόγου» στην Ελλάδα και «Εξάγγελος» στην Κύπρο, σε κυπριακές εφημερίδες, καθώς και σε διάφορες λογοτεχνικές ιστοσελίδες.

Διατηρεί προσωπικό μπλογκ στη διεύθυνση: http://lakisf.blogspot.com

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Στο καλό να πας Νίκο ...

http://youtu.be/ZIN-epD2y9g

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Παρουσίαση βιβλίου