Τα συμπαθή τετράποδα κοντεύουν να εξαλειφθούν και σε λίγα χρόνια μόνο στα πάρκα θα τα βρίσκομε. Στη φωτογραφία είναι ένα γαϊδουρι σ' ενα πάρκο στη Γερμανία. Μοίαζει πολύ με τα δικά μας.Η Κύπρος φημιζόταν πάντα για τα μεγάλα γαίδούρια της...

Το Πολυτεχνείο ζει?
Τριάντα εφτά χρόνια έχουν περάσει από τότε
Ψωμί- Παιδεία – Ελευθερία ήταν το κύριο σύνθημα
Πιο πολύ έλειπε η ελευθερία τότε
Παντού επικρατούσε ο φόβος
Παντού χαφιέδες
Κι οι τοίχοι είχαν αφτιά
Και ξαφνικά έγινε το απίστευτο
Ο κόσμος αψήφησε τους περιορισμούς
Δεν φοβήθηκε τα δακρυγόνα
Δεν λογάριασε τα τανκς
Γέμισαν οι πλατείες κι οι δρόμοι κόσμο
… εδώ Πολυτεχνείο .. εδώ Πολυτεχνείο..
…
Άλλο να τ ακούς κι άλλο να τα έχεις ζήσει. Αλήθεια πόσο γρήγορα φεύγουν τα χρόνια! Τα ακούς από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις . Επέτειοι ! Όπως ακούς για το 1821 και για το 1940. Οι πιο πολλοί δεν μπορούν να συλλάβουν το πνεύμα εκείνων των ημερών. Άσε που τα πράγματα έχουν διαστρεβλωθεί κατά πως συμφέρει στον καθένα.
Αυτές οι λίγες γραμμές αφιερώνονται στα παιδιά που χάθηκαν τότε. Αιωνία ας είναι η μνήμη τους!
Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι ένα ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ένα ψαροκάικο δίχως ρότα.
Που πάμε καπετάνιο? Με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι
Όπου πάνε τα κύματα λέω επίσημα εγώ
Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα
Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει
Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πι να χωρέσουν μέσα μου όλα αυτά? Που να στριμωχτούν π΄ ανάθεμα τα ?
Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια…. να μου πει ψιθυριστά Εντάξει Μη φοβάσαι μωρό μου» Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλα μου στο πρόσωπο του και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελου του. Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Και να γλυκαθώ. Κάτι τέτοιες νύχτες είναι που έχω κάνει όλες τις αγοραπωλησίες της ψυχής μου με τον πρώτο έμπορα που θα μου παρουσιαστεί. Πουλάω τα πάντα έτσι για έναν παρά.
Είναι κάτι νύχτες του Γενάρη που τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν γιατί νιώθουν πως έρχεται ο χιονιάς. Πολλά πουλιά χιλιάδες
Θέλω να φύγω Θέλω να φύγω γρήγορα πριν με προλάβει ο χιονιάς….
Βαρέθηκα να ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ
Να μοιράζομαι την καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός και γω να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μαγούλα μου και να κάνουν κρουστά
Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας Ξημερώνει.
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι από τα λάθη μου. Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά. Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί. Να μουλιάζω στην βροχή γιατί άνοιξα την ομπρελά μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες. ………
Το κακό είναι πώς όλα αυτά γίνονται επειδή στο βάθος είμαι δειλή. Τα κάνω για να πιστέψω έστω και για λίγο πώς είμαι και εγώ εδώ. Πως παίζω και εγώ σ΄ αυτό το ντέρμπυ. Πάντως όπως και να χει το ζήτημα ένα πράμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ
Γουστάρω την φάση και περισσότερο την αντίφαση
Γουστάρω την τρελά μου και περισσότερο την τρελά των άλλων
Γουστάρω να μυρίζομαι ανθρωπιά. Γουστάρω τ΄ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες
Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια
Μπορεί να είμαι μια δειλή μια φευγάτη αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος με έσπειρε σε αυτή την γη.
Αν σκοτωθούμε σε καμία στροφή να ξέρεις συμβαίνει αυτό και στα πουλιά. Ήρθαμε στην γη περάσαμε καλά ευχαριστώ, δαγκάσαμε μερικές γερές μπουκιές, μούλιασε η ψυχή και το πετσί μας μέσα στο ζουμί της ζωής και αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάμομε. Σημασία έχει η ένταση. Όχι η διάρκεια. Το χει η κούτρα σου να ζεις. Μπορεί να φτάσεις στα εκατό χωρίς να ζήσεις ούτε μια μέρα. Γι αυτό σου επαναλαμβάνω. Αν σκοτωθούμε σε καμιά στροφή να ξέρεις ότι τίποτα δεν θα ανατραπεί από τον όμορφο τούτο κόσμο, που είχαμε την τιμή να γνωρίσουμε. Τίποτε απολύτως. ………Ξυπνώ το πρωί και λέω ευχαριστώ . Ευχαριστώ που ξύπνησα. Ως το βράδυ, έχω να ζήσω μια ζωή που μετράει σαν αιώνας. Μεριές ρε συ πότε είσαι ωραίος? Όταν την κάθε ώρα σου μπορείς να την ρισκάρεις. Να την παίζεις στο μπαρούτι έτσι για το τίποτα. Όχι για κόπους και μαλακίες., γιατί τότε είσαι ματαιόδοξος. Τότε είσαι άτομο που προσπαθεί να γράψει ιστορία. Να δώσει παραδείγματα, μηνύματα, σκατά, όπως θέλεις πες τα. Όχι. Δεν γουστάρω τίποτα από μεγάλες ιδέες οράματα και κουραφέξαλα. Δεν με αφορούν. Και για να σου δώσω να καταλάβεις. Δεν θα πήγαινα να σκοτωθώ σε έναν πόλεμο σαν ηλίθιος. Θα μπορούσα όμως να παλέψω, ενδεχομένως και να πεθάνω για να σε δω να χαίρεσαι μα να χοροπηδάς σαν χορτάτη μαϊμού στο πανηγύρι της ζωής.
Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων.
Σε ένα μονοπάτι που έχουν φυτρώσει στην άκρη του κάτι πολύχρωμα όνειρα. Σαν αγριολούλουδα. Πέρα από τα σύνορα της ψυχής μου. Πέρα από τα σύνορα της λογικής μου. Στην κόψη της νύχτας.
Πήρα την ανάσα της ροδακινιάς και ξέπλυνα το πρόσωπο μου
Έκλεψα το χαμόγελο μου από τον ύπνο ενός παιδιού και σκέπασα την γύμνια μου. Μάζεψα τα σκόρπια φύλλα του φ8ινοπώρου κι άναψα φωτιά να ζεσταθώ.
Περπατώ ολομόναχη στην πλάγια των λύκων.
Αν ακούσω το κλάμα τους θα κρυφτώ στις φτερούγες εκείνου του μικρού πουλιού που τραγουδάει, γιατί ονειρεύεται ένα κόκκινο τσαμπί σταφύλι.
Αν συναντήσω ένα χείμαρρο, θα γίνω φεγγάρι και θα μπερδευτώ στα κλωνάρια κείνης της λεύκας, που ψιθυρίζει τα μυστικά της στα περαστικά σύννεφα.
Αν συναντήσω την λύπη θα της ζωγραφίσω ένα χρωματιστό καραβάκι.
Αν συναντήσω ένα θαλασσοπούλι, θα κρεμάσω στο πόδι του ένα ραβασάκι να το πάει σε κείνον π΄ αγαπώ.
Αν συναντήσω τον θάνατο θα χαζέψω την χαίτη του άλογου του ώσπου να με σηκώσει στην αγκαλιά του
Αν συναντήσω τον θεό θα του χαρίσω δυο ερωτευμένα χρυσομάμουνα.
΄Οταν κάποια φορά στην ζωή σου νιώσεις πανικό χτυπά την πόρτα εκείνου που ξέρεις πως σε περιμένει.
Την ώρα του μεγάλου πανικού θα χτυπήσεις την πόρτα εκείνου που ορκίστηκε πώς πάντα θα σε περιμένει. Είδες που άδικα φοβόσουνα; Δεν χάλασε ο κόσμος λοιπόν, όταν όλοι θα σε απαρνηθούν και ο τελευταίος Ιούδας θα αρπάξει τα δηνάρια του, μόλις σε φιλήσει με πάθος στο στόμα.
Δεν τρέχει κάστανο αν κάποιος κολλητός σου σε δει μια μέρα γυμνή και ξεχασμένη σε ένα πεζοδρόμιο και σου δαγκώσει την ψυχή με τον οίκτο του. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, αν κάποτε γκρεμοτσακιστείς από τον βράχο που σκαρφάλωσες, γιατί πήρε το μάτι σου ένα ανθισμένο κυκλάμινο.
Αυτός θα είναι εκεί.
Τελείωνε μωρό μου, θα σου πει. Ξεπάγιασαν τα χέρια μου να περιμένουν να σε αγκαλιάσουν.
.......
Ήταν ένα απομεσήμερο του Σεπτέμβρη. Ένα μοβ απομεσήμερο που τα ηλιοτρόπια ήταν δακρυσμένα, γιατί ο ήλιος τα είχε ξεχάσει και ταξίδευε πίσω από σκούρα σύννεφα
Κουράγιο έλεγα μέσα μου. Μην ιδρώνεις. Την μεριές καλά την πόρτα του. Ακόμα και αν φωνάξεις., θα σε ακούσει. Αφού στο είπε. Στ΄ ορκίστηκε πώς θα σε περιμένει
Φώναξα δυνατά ώσπου βράχνιασα.
Χτύπησα δυνατά ώσπου μάτωσαν τα χέρια μου
Κανείς....
Τι όμορφα που είναι τα μοβ απομεσήμερα του Σεπτέμβρη.. Ακόμα και όταν ξέρεις πως αυτός που νόμιζες πως θα σε περιμένει, κρύφτηκε πίσω από σκούρα σύννεφα και σε ξέχασε.
Όχι πώς η αφεντιά μου είναι τίποτα σπουδαίο. Απλώς κορόιδεψα λιγότερο από ότι με κορόιδεψαν. Έκλεψα λιγότερο από όσο με έκλεψαν. Και σίγουρα μοίρασα τα τιμαλφή μου, έτσι δίχως να τα χρεώσω πουθενά. Δεν βαριέσαι. Η ουσία είναι ότι χωρίς να το καταλάβω καλά βρέθηκα στην απέ ξέω.
Φαίνεται την ώρα που οι άλλοι λογάριαζαν κι έβγαζαν τα μερτικά, εγώ περίμενα να σηκωθεί το φεγγάρι από τα κλαδιά της κουκουναριάς.
Σε αυτό το πανηγύρι λοιπόν της ζωής, κάτι θα βρει ο καθένας να τον τραβήξει. Κάτι θα βρει να του αρέσει. Απλωμένη η πραμάτεια. Δεν γίνεται να μην γουστάρεις κατιτί. Το ζήτημα είναι να λάβεις μέρος. Μη σε πάρει η απόκοτων, γιατί την έκανες. Ρε συ, το γονατισμένου τον πηδούν οι πάντες. Ακόμα και οι απόμαχοι τρέχουν να κάνουν μάτι. Σήκω στα πόδια σου. Κάνε παιχνίδι ρε κωλόπαιδο. Μην με κοιτάς σαν μαλάκας.
Δεν παίρνει ο άλλος από θεωρίες. Σκύβεις κοντά στον άνθρωπο σου και προσπαθείς να του μάθεις από το άλφα την ζωή. Προσπαθείς να του φέρεις ξανά στο μυαλό του όλες τις όμορφες εικόνες, που αυτός τις έχει σβήσει και δεν τις θυμάται πια. Σιγά, με πολλή αγάπη και μεγάλη προσοχή. Του συλλαβίζεις από την αρχή το ποιηματάκι. Κατάλαβες; Αυτό προϋποθέτει βέβαια μεγάλη ψυχή και απέραντη αντοχή. Θέλει κότσια.
Έλα μου έγνεψε χαμογελώντας. Κάνε γρήγορα. Τα όμορφα πράγματα στην ζωή κρατούν όσο η βροχή μέσα στα δάχτυλα μου. Αν αρνηθείς, είναι βρισιά. Δεν χρειάζεται σκέψη. Δε σου ταιριάζουν οι δισταγμοί. Ξέρω τι ψάχνεις. Ξέρω που πάς. Ψηλάφισα τα ίχνη από τα βήματα σου μια νύχτα που είχε ολόγιομο φεγγάρι. Έχω κρυμμένης τα στήθια μου την έκρηξη που θα διαλύσει τα κύτταρα σου και θα σε σκορπίσει στον ουρανό. Κοίταξε με είμαι ένα κόκκινο πλατανόφυλλο σε ένα ποτάμι ορμητικό. Αν κυνηγάς τα όνειρα, πέσε μέσα να με πιάσεις. Αν δεν κάμεις, αν φοβηθείς δεν είσαι για μένα. Φύγε Δεν σε συνάντησα ποτέ.
Για σένα της έλεγα. Μόνο για σένα. Για να σου τραγουδούν τις ώρες της σιωπής σου.
Άπλωνα τα χέρια μου μέσα στην νύχτα και μάζευα πολύχρωμους ήλιους και άσπρα φτερά από περιστέρια.
Για σένα της έλεγα Μόνο για σένα. Για να σκεπάσεις το γυμνό κορμί σου
Ξέρεις τι είναι ο έρωτας μου έλεγε Σιγά η Δάφνη. Η φωνή της ήταν τρυφερή, λιγο τσαλακωμένη, λίγο χνουδωτή, σαν φυλλαράκι της μοναξιά Το βαθύ μπλε του ουρανού. Το βαθύ κόκκινο της παπαρούνας. Το φλύαρο πράσινο του λιβαδιού. Τα χρώματα στης ψυχής. Αυτός είναι ο ερωτάς.
Ξέρεις τι μετράει τελικά; Ποια χέρια θα σε αγκαλιάσουν και θα κάμουν το δέρμα σου να δακρύσει. Ποιο στόμα θα τσακίσει το φλοιό του μυαλού σου και θα σε τινάξει χωρίς αναπνοή στ αστέρια. Δεν έχει ταυτότητα ο έρωτας.
Κάθε φορά που τυχαίνει να πετάξω τις αποσκευές μου, να βάλω φωτιά στο καλύβι μου, με πιάνει μετά από λίγο τέτοια ταραχή , που τρέχω να ξεπουλήσω όσο την ανεξαρτησία μου
Αυτοί που λένε πως είναι ευτυχείς, γιατί έκοψαν τα νήματα που τους συνδέανε με τους υπόλοιπους, αν δεν το παίζουν βούδες είναι το λιγότερο μαλάκες του γλυκού νερού. Όσο περισσότερο ξεκόβεις από τους άλλους, τόσο έρχεσαι κοντύτερα στην Άβυσσο. Κι εκεί τα πράματα είναι δύσκολα. Παρία και πληγή
Χρειαζόμαστε μικρές σκλαβιές στην ζωή μας, για να ξυπνάμε Χρειαζόμαστε πλαίσια. Σκοπούς. Προσδιορισμούς. Χρειαζόμαστε κορνίζες, Για να κλείνουμε μέσα τα τοπία που ζωγραφίζει η ψυχή μας. Αλλιώς, τα παίρνει ο άνεμος
Απονεμήθηκαν τα λογοτεχνικά βραβεία «Διαβάζω 2010»
Ο Χάρης Βλαβιανός, ποίηση, ο Βασίλης Γκουρογιάννης, μυθιστόρημα, ο Γιάννης Κιουρτσάκης, δοκίμιο, η Κάλλια Παπαδάκη, πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, ο Χρήστος Μπουλώτης, παιδικό βιβλίο, η Φωτεινή Στεφανίδη στην εικονογράφησή του και ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά, ήταν οι νικητές του φετινού διαγωνισμού του περιοδικού «Διαβάζω».
Στην τελετή των βραβείων, η εκδότρια της «Εστίας», Μαρίνα Καραϊτίδη, βραβεύτηκε για την πολύχρονη προσφορά της στον χώρο του βιβλίου, με το βραβείο που έχει θεσπίσει το περιοδικό, στο όνομα του ιδρυτή του, Περικλή Αθανασόπουλου.
Την βράβευσή του, δεν αποδέχθηκε ο Γιάννης Κιουρτσάκης, από «αμηχανία», στη σκιά των γεγονότων που ζει η χώρα, όπως ανέφερε σε μήνυμά του που διαβάστηκε στην τελετή.
Γεγονός που έκανε τον Μένη Κουμανταρέα, που απένειμε στην τελετή, το βραβείο διηγήματος, να σχολιάσει: «δεν καταλαβαίνω γιατί δεν αποδέχονται κάποιοι τις βραβεύσεις τους. Δεν είμαστε εδώ ούτε Γαλλική Ακαδημία, ούτε Σαρτρ και Σιμόν ντε Μπωβουάρ».
Ο διευθυντής του περιοδικού, Γιάννης Μπασκόζος, στον χαιρετισμό του, απέτισε φόρο σεβασμού και τιμής στα τρία θύματα της δολοφονικής επίθεσης στα γεγονότα της οδού Σταδίου την περασμένη Τετάρτη και πρόσθεσε μεταξύ άλλων ότι: «δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπορεί να υπάρχουν «οράματα» και «ιδέες» που καίνε βιβλία, καίνε βιβλιοπωλεία και δολοφονούν ανθρώπους».
Την τελετή παρουσίασε η δημοσιογράφος Βίκυ Φλέσσα.
Αναλυτικά τα βραβεία του περιοδικού Διαβάζω για το 2010, είναι τα ακόλουθα:
Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου:
- Η σκυλίσια ζωή του γάτου Τζον Αφεντούλη, Χρήστος Μπουλώτης (κείμενο), Φωτεινή Στεφανίδη (εικονογράφηση), εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Το βραβείο απένειμε η Κατρίν Βελισσάρη, διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.
Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για μεγάλα παιδιά:
Στη διαπασών, Βασίλης Παπαθεοδώρου, εκδόσεις Καστανιώτη.
Το βραβείο απένειμε η Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και πρόεδρος της επιτροπής που έκρινε τα παιδικά βιβλία.
Βραβείο Ποίησης:
Διακοπές στην πραγματικότητα: Ποιήματα, σχεδιάσματα, μεταγραφές, Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκη.
Το βραβείο απένειμε ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης.
Βραβείο Λογοτεχνικού Δοκιμίου - Μελέτης:
Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη, Γιάννης Κιουρτσάκης, εκδόσεις Ίνδικτος.
Το βραβείο απένειμε ο ποιητής και βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος.
Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, προς τιμή του Ηρακλή Παπαλέξη:
Ο ήχος του ακάλυπτου: Έξι κοινόχρηστες ιστορίες, Κάλλια Παπαδάκη, εκδόσεις Πόλις (διήγημα).
Το βραβείο απένειμε η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά.
Βραβείο Διηγήματος - Νουβέλας:
Ο θησαυρός των αηδονιών και άλλα διηγήματα, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Το βραβείο απένειμε ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας.
Βραβείο Μυθιστορήματος:
Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή, Βασίλης Γκουρογιάννης, εκδόσεις Μεταίχμιο
Το βραβείο απένειμε ο θεατρικός συγγραφέας Κώστας Μουρσελάς.
Οι κριτικές επιτροπές
Η κριτική επιτροπή για τις κατηγορίες μυθιστόρημα, διήγημα - νουβέλα, λογοτεχνικό δοκίμιο - μελέτη, ποίηση, πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα αποτελείται από τους: Ευριπίδη Γαραντούδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, Αλέξη Ζήρα, κριτικό λογοτεχνίας, Κώστα Καρακώτια, κριτικό λογοτεχνίας, Κατερίνα Κωστίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Χριστίνα Ντουνιά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Μανώλη Πιμπλή, δημοσιογράφο, Λίζυ Τσιριμώκου, Καθηγήτρια Θεωρίας της Λογοτεχνίας και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ΑΠΘ.
Η κριτική επιτροπή για το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο και το λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά αποτελείται από τους: Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Πόλυ Βασιλάκη, εκπαιδευτικό, συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας, Σούλα Οικονομίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Γιάννη Παπαδάτο, Λέκτορα στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, κριτικό παιδικής λογοτεχνίας, Γιώργο Παπαντωνάκη, Επίκουρο Καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
πηγή: www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ- ΜΠΕ
Ο Θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ
Ένα συγκλονιστικό βιβλίο. Ένα βιβλίο γεμάτο.
Δύσκολο χωρίς κεφάλαια, παραγράφους αλλά που σε απορροφά εντελώς
Είναι απίστευτο το πώς ο συγγραφέας καταφέρνει να μας ταξιδεύει μία στο παρελθόν και μια στο παρόν με τόσο
αριστοτεχνικό τρόπο.
Που μας ξεδιπλώνει την ιστορία σιγά σιγά και μας αφήνει να καταλάβομε ο κάθε ένας προφανώς
διαφορετικά πως εξελίχθηκε ο Αρτέμιο Κρουζ του σήμερα , από εκείνο το φοβισμένο αγόρι των τελευταίων
σελίδων.
Ο Αρτέμιο, ένα νόθο παιδί μιας μιγάδας και του γιου ενός γαιοκτήμονα που δεν το αναγνωρίζει ποτέ μεγαλώνει
επειδή ένας άλλος σκλάβος αναλαμβάνει την ανατροφή του και την φροντίδα του.
Ακολουθεί τους επαναστάτες γιατί θέλει να αλλάξει τον κόσμο
Απογοητεύεται και σιγά σιγά μεταλλάσσεται ο ίδιος σε ένα ψυχρό και αδίσταχτο επιχειρηματία και πολιτικό
Γίνεται ισχυρός , ελέγχει τον τύπο, απομυζά τους συνανθρώπους του και τσακίζει του αδύναμους. Αναρωτιέσαι
αν αγάπησε στην ζωή του ή αν στην πορεία ξέχασε πως να αγαπά.
Η ιστορία ξεκινά όταν ο Αρτέμιο ετοιμοθάνατος έχοντας δίπλα του την γυναίκα του την οποία παντρεύτηκε για να αποκτήσει
ένα όνομα και πλούτο και την κόρη του που τον μισεί μας ξεδιπλώνει σαν σκηνές από κινηματογραφική ταινία την ζωή του
Διάβασα κάπου στο διαδυκτιο ότι ο συγγραφέας περιγράφει την αγωνία του θανάτου του, σε 13 διάσπαρτα αποσπάσματα γραμμένα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παράλληλα παρεμβάλει σε αυτά άλλα 13 αποσπάσματα σε δευτεροπρόσωποη αφήγηση που αφορούν μελλοντικό χρόνο και απευθύνονται και αυτά στον εαυτό του και τέλος 12 κεφάλαια στο τρίτο πρόσωπο που εξιστορεί το παρελθόν του ήρωα. Έτσι ο συγγραφέας κατορθώνει να συνθέσει ένα τρίπρακτο δράμα του ΕΓΩ, του ΕΣΥ και του ΑΥΤΟΣ χωρίς να θυσιάσει την ενότητα της όλης αφήγησης.
Επαναστάσεις που χάνουν την ουσία τους , « μια επανάσταση ξεκινάει από τα πεδία της μάχης αλλά άπαξ και διαφθαρεί ακόμα και αν εξακολουθήσει να κερδίζει μάχες είναι ήδη χαμένη»....
Ηγέτες που διαβρώνονται και μαχητές που στο τέλος πέφτουν θύματα της απληστίας των ηγετών
Ένα βιβλίο που ταξιδεύει στη ιστορία του Μεξικού και διαχρονικά μηνύματα. 50 χρόνια μετά την συγγραφή του βιβλίου νιώθομε ότι
γράφτηκε μόλις χτες.
Τέλος ο τρόπος που κλείνει το βιβλίο με την γέννηση του Αρτέμιο είναι συγκλονιστικό επειδή αμέσως μετά ακολουθεί ο θάνατος