Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Μισέλ Ουελμπέκ Michel Houellebecq Η δυνατότητα ενός νησιού, The Possibility of an Island ( La Possibilité d'une île)


Μισέλ Ουελμπέκ Michel Houellebecq
Η δυνατότητα ενός νησιού, The Possibility of an Island ( La Possibilité d'une île)
μτφρ. Λίνα Σηπιτάνου
εκδ. Εστία

Μισέλ Ουελμπέκ «Η δυνατότητα ενός συγγραφέα»
Πούλησε χιλιάδες βιβλία, βραβεύτηκε από τo Γάλλο Υπουργό Πολιτισμού, πήρε το Ιρλανδικό βραβείο IMPAC, ζει στην Ιρλανδία, γράφει στην Ισπανία και αποφεύγει το Παρίσι. Εναντίον του εκτοξεύονται απειλές και κατάρες από θρησκευτικές κοινότητες και μειονότητες. Οι αριστεροί ικανοποιούνται από την επίθεσή του κατά του καταναλωτισμού, οι δεξιοί για την αντίθεσή του στην σεξουαλική απελευθέρωση, οι φεμινίστριες θα επιθυμούσαν να τον ευνουχίσουν τελετουργικά, οι μουσουλμάνοι τον περιμένουν στη γωνία. Όμως ο Μισέλ Ουελμπέκ παραμένει ο πιο αιρετικός και παρεμβατικός συγγραφέας της εποχής μας.
Ήδη από το πρώτο του βιβλίο, «Η επέκταση του πεδίου της πάλης», διαφαινόταν ο «παλιός καινούργιος κόσμος» του συγγραφέα. Ο βασικός ήρωας του βιβλίου, εργαζόμενος σε εταιρεία πληροφορικής, περιφέρεται σε ένα γραφειοκρατικό σύστημα εφαρμογών και άχαρων λογισμικών όπου οι καριέρες και οι μετακινήσεις των υπαλλήλων θυμίζουν ρομποτοειδή όντα. Στελέχη επιχειρήσεων αυτοκτονούν, άλλοι κάνουν ψυχανάλυση και άλλοι υποφέρουν από καρδιοπάθειες. «Βρισκόμαστε μακριά από τα Ανεμοδαρμένα ύψη», δηλώνει ο Ουελμπέκ, απομακρύνοντας τους ήρωές του από τα συγκρατημένα πάθη των παλιών μυθιστορηματικών προτύπων. Το σεξ είναι μια επαναλαμβανόμενη μανιοκαταθλιπτική πράξη όπου κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το «κενό του κόλπου». Ο τριαντάρης ήρωας, αδιάφορος μπροστά στον θάνατο, παρατηρητής του φόνου ενός νέγρου στην παραλία, θυμίζει τον «Ξένο» του Καμύ και δηλώνει απερίφραστα ότι δεν αγαπάει τον κόσμο «μ’ αηδιάζει, η διαφήμιση με αποκαρδιώνει, η πληροφορία μου φέρει εμετό». Οι ήρωες του Ουελμπέκ, υποφέρουν από «ναυτία» και ξερνάνε όπου βρουν. Βρίσκονται σε κατάθλιψη, έκπτωτοι, στον περίκλειστο παράδεισο που τους εξασφάλισε η έλλειψη οποιασδήποτε πίστης. Το σύντομο και στακάτο μυθιστόρημα κάνει αναφορές σε όσα θα επεκταθούν στις επόμενες αφηγήσεις: Τρομοκρατία, ισλαμοφοβία, σεξισμός.
Στα «Στοιχειώδη σωματίδια» η μικροσκοπική, εργαστηριακή ματιά του Ουελμπέκ μετατρέπει το σύγχρονο γίγνεσθαι σε ένα μελλοντολογικό τόπο. Δύο ετεροθαλή αδέλφια, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, διατρέχουν την ιστορία του κόσμου, άλλοτε με τη ματιά του βιολόγου και άλλοτε του χρονικογράφου, αδιαφορώντας για τα ανθρώπινα συναισθήματα, που γι’ αυτούς είναι ανταλλαγές ηλεκτρονίων ανάμεσα στους νευρώνες και τις συνάψεις στο εσωτερικό του εγκεφάλου. Το παράλογο, η υπαρξιακή απόγνωση, η αμετακίνητη κενότητα των ημερών παραπέμπουν στην διακριτική αγάπη του συγγραφέα για τον Σάμιουλ Μπέκετ. Η απελπισία της οικογένειας, των συγγενικών δομών, των κοινωνικών ειδών και των σωματικών μεταλλάξεων επαναπροσδιορίζουν ακόμη και το αφηγηματικό μοντέλο.
Ο Ουελμπέκ αναθεματίζει τη δεκαετία του ’60, θεωρώντας την ως βασική υπαίτιο της διάλυσης της γαλλικής κοινωνίας. Σαν μετά από μια καταστροφή, η έρημη χώρα αποπνέει στάχτες, πολέμους, κινήματα και αμφισβήτηση της ίδιας της ιστορίας. Ως συγγραφέας απολαμβάνει την πολιτιστική κατάρρευση, την συρρίκνωση του κοινωνικού ιστού και την ανάδυση του ηδονισμού. Οι σεξουαλικές ανταλλαγές, οι τόποι ερωτισμού ακυρώνουν το κλασικό ζευγάρι. Αποτέλεσμα ένα μυθιστόρημα, βγαλμένο σαν από δοκιμαστικό σωλήνα μιας μεταλλαγμένης λογοτεχνίας, απόκοσμο, με την ψυχρότητα και την αποστείρωση ενός ερευνητικού εργαστηρίου. Άλλωστε ο ένας αδελφός ο Μισέλ, είναι βιολόγος ερευνητής. Ο ετεροθαλής αδελφός του, ο ηδονιστής Μπρούνο, διαβάζει Κάφκα και αυνανίζεται, είναι αντι-οικολόγος, αντι-gay, αντι-ισλαμιστής. Για όσους βιάζονται να επικηρύξουν τον Ουελμπέκ ας λάβουν υπόψη ότι ο Μπρούνο παρουσιάζεται ως ψυχασθενής, μέσα σε μια κουρασμένη, εξαντλημένη ανθρωπότητα που αμφιβάλλει για τον εαυτό της και την ιστορία της. Στο τέλος, αποκαλύπτεται ότι αυτός που αφηγείται την ιστορία των δύο αδελφών είναι ένα καινούργιο είδος, και ότι το βιβλίο αποτίει τιμή στον παλιό άνθρωπο της αρχαίας φυλής. Τα «Στοιχειώδη σωματίδια» είναι το πιο δεξιοτεχνικό βιβλίο του Ουελμπέκ, άτρωτο ακόμη από την ναρκισσισμό και την προβοκατόρικη προκλητικότητα των επομένων βιβλίων.
Στην «Πλατφόρμα» ο σαραντάχρονος ήρωας, ο Μισέλ, ηδονιστής κι αυτός, ταξιδεύει στην Ταϊλάνδη. Η μυθιστορηματική βομβιστική επίθεση στο τουριστικό θέρετρο, που προηγείται της πραγματικής στο Μπαλί, εκλαμβάνεται ως προτρεπτική και ο Ουελμπέκ καταχωρείται στον index των καταδιωκώμενων συγγραφέων. O Σάλμαν Ρούσντι-πολύ σωστά- επιμένει ότι είναι άδικο να ταυτίζονται οι απόψεις του συγγραφέα με εκείνες των ηρώων του.
Στην «Πλατφόρμα» το θέμα του σεξουαλικού τουρισμού εξαντλείται σε τόσο ρεαλιστικές περιγραφές που ο Ουελμπέκ κατηγορείται για πορνογραφία. Όμως η περιγραφή των ερωτικών περιπτύξεων αποβλέπει σε μια ντε Σαντική απογύμνωση των συνειδήσεων και στην απόρριψη της «καλλιέπειας» των αισθαντικών και δήθεν ερωτικών αναγνωσμάτων. Ο Ουελμπέκ τελικά ανακηρύσσει την παρακμή του ερωτισμού στη Δύση και προχωράει στην εξόντωση του ανθρώπινου είδους με το τελευταίο του μυθιστόρημα.
«Η δυνατότητα ενός νησιού», μια μελλοντολογική μυθιστορία επιστημονικής φαντασίας, ριζώνει στις αφηγήσεις του ψυχωτικού Λάβκραφτ, σε σκοτεινές μεσαιωνικές ιστορίες, στα «περιβάλλοντα» του Γιόζεφ Μπόϊς, στον «Φρανκεστάιν», στον Χ.Τζ. Γουέλς ακόμη και σε έναν καρτουνίστικο Ιούλιο Βερν. Είναι αδιανόητο να βάλεις σε περίληψη την ιστορία του Ντάνιελ1 έως τον Ντάνιελ25, τους τελευταίους ανθρώπους και τους κλώνους τους. Μάλιστα, οι τελευταίοι άνθρωποι, αποκαλούνται «άγριοι» από τους κλώνους, που είναι άφυλοι και αθάνατοι. Ο πλανήτης μας βρίσκεται στο απώτατο μέλλον, καθώς ο Ντάνιελ1, ο γελωτοποιός ήρωας, μας αφήνει την αναφορά του για έναν πολιτισμό που εγκατέλειψε την αγάπη και από θηλαστικά με συναίσθημα κατέληξε σε κλωνοειδή απαθή.
Κατά βάθος «η δυνατότητα ενός νησιού» είναι η χαμένη δυνατότητα της ανθρωπότητας, όπως την οραματίστηκε ο Νεοπροφήτης Μισέλ Ουελμπέκ. Μια θλιμμένη, χαοτική και διαβρωτική μυθιστορία. Μια γραφή φορέας του κακού, ένα μυθιστόρημα που, μαζί με τα προηγούμενα δημιουργούν, αν όχι ένα «έργο εν εξελίξει», τουλάχιστον έναν κόσμο που εξελίσσεται ή μάλλον που αποσυντίθεται. Η κατάρρευση κάθε αξίας και ελπίδας, η προφητική δύναμη και ενόραση του συγγραφέα, η αντι-φιλοσοφική του διάθεση, η απαξίωση των παλιών λογοτεχνικών μοντέλων, μεταλλάσσουν τον συγγραφέα Ουελμπέκ σε λογοτεχνικό κλώνο των δικών του αφηγήσεων.
Ο Μισέλ Ουελμπέκ με το παραβατικό, επιμολυσμένο έργο του, δηλητηριάζει τους εφησυχασμένους λογοτεχνικούς καιρούς μας και οι μηνύσεις και οι καταδίκες που επισύρονται εναντίον ταρακουνούν το σύστημα και όσους αδιάβαστους και εφησυχασμένους λυμαίνονται περιοχές πολιτισμού και κοινωνικής δράσης. Ούτως ή άλλως αυτοί επιβραβεύονται με την αφάνεια. Για τον Μισέλ Ουελμπέκ η λήθη είναι μια λέξη διαγραμμένη.
Του Θεόδωρου Γρηγοριάδη
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2007
ΠΗΓΗ: Δημόσια κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών
---------------------------------------------------------------------------------

Η ανατριχιαστική ωμότητα του Μισέλ Ουελμπέκ

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΧΙΝΑ

Τουλάχιστον πέντε βιβλία κυκλοφόρησαν φέτος στη Γαλλία, επιχειρώντας να ανιχνεύσουν το φαινόμενο Ουελμπέκ. Ακαδημαϊκά συνέδρια ανέλυσαν τις βαθύτερες δομές της μυθοπλασίας του και την πολιτική σημασία του έργου του. Κοινωνιολόγοι επιχείρησαν την ανατομία του «ουελμπεκικού κόσμου», που ο πενηντάχρονος συγγραφέας κατάφερε να οικοδομήσει με τα τρία πρώτα του μυθιστορήματα. Δημοσιογράφοι σχολίασαν σε όλους τους τόνους τις ιδιωτικές του ιδιορρυθμίες, την ελευθεριότητα και την εκκεντρικότητά του. Ο Μισέλ Ουελμπέκ απασχολεί - και πουλάει. Οχι μόνο γιατί δεν διστάζει να διατρανώσει την απέχθειά του προς το Ισλάμ («Διαβάζοντας κανείς το Κοράνι καταρρέει. Η πιο ηλίθια θρησκεία στον κόσμο είναι ο ισλαμισμός», είχε δηλώσει στο περιοδικό «Lire» το 2001, μετά τις πρώτες ενστάσεις για τις υβριστικές αναφορές του στους μουσουλμάνους, από τις οποίες έβριθε το μυθιστόρημά του «Πλατφόρμα»), ούτε γιατί η εμμονή του με το σεξ, ή μάλλον με την επιδοσιακή διάστασή του, ερωτοτροπεί, στην ψυχρότητά της, με την πορνογραφία. Μήπως τότε γιατί είναι ανατριχιαστικά ωμός; Ενδεχομένως - η ωμότητα φαίνεται να είναι η μόνη στάση που μπορεί να μαστιγώσει το παράλυτο νευρικό σύστημα της Δύσης. Ακόμη και οι εξοικειωμένοι με την ήρεμη απόγνωση ενός Σαρτρ κι ενός Καμί, ή με τη βέβηλη οργή ενός Σελίν, μένουν άφωνοι (αν όχι προσβεβλημένοι) με τη μηδενιστική άνεση με την οποία ο Ουελμπέκ λεκιάζει τον ιστό της ζωής.

Ο Ουελμπέκ έχει σίγουρα εντρυφήσει στον Νίτσε και τον Σοπενχάουερ• η μυθοπλασία του θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια δημηγορία με θέμα την οδύνη, τη σκληρότητα, την απουσία νοήματος του σύγχρονου βίου. Οι Ρώσοι κλασικοί δεν του είναι, επίσης, ξένοι: οι παθητικοί ανδρικοί χαρακτήρες που εποικούν τις σελίδες του, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μεταμοντέρνες εκδοχές των επιφανειακών, «περιττών», «υπόγειων» ηρώων ενός Ντοστογιέφσκι ή ενός Τουργκένιεφ. Στο μυθιστόρημά του «Τα στοιχειώδη σωματίδια», όπως και στο τελευταίο του, «Η δυνατότητα ενός νησιού», οι άνθρωποι εμφανίζονται τόσο επιφανειακοί, τόσο περιττοί, ώστε οδηγούνται στην ανυπαρξία. Ο Μισέλ, ο βιολόγος των «Σωματιδίων», εργάζεται πάνω στην κλωνοποίηση και φαίνεται να λαχταρά μια μετα-ανθρώπινη εποχή. Στη «Δυνατότητα ενός νησιού» αυτή η εποχή έχει φτάσει. Η αφήγηση, σ' αυτό το τελευταίο, τυπικά επιστημονικό-φανταστικό μυθιστόρημα, ξεδιπλώνεται προς δύο κατευθύνσεις: η μία παρακολουθεί την ιστορία του Ντανιέλ, ενός κωμικού θεατρικού συγγραφέα που, αν και επιτυχημένος, είναι συναισθηματικά χρεοκοπημένος και η άλλη, την αφήγηση του κλώνου του, ενός «νεοανθρώπου», ο οποίος, διακόσια χρόνια αργότερα, στη μετα-ανθρώπινη πλέον εποχή, προσπαθεί, ανασκαλεύοντας τη βιογραφία του προγόνου του, να μαντέψει τα κίνητρά του: προς τι τόση αγωνία, τόσος μόχθος, τόση προσπάθεια σε αναζήτηση αυτού του παράξενου, αρχαϊκού αισθήματος, του έρωτα; Τι λογής ήταν αυτό το όνειρο με το οποίο είχε η ανθρωπότητα εμποτιστεί, ήδη από την εποχή του πλατωνικού Συμποσίου, με αποτέλεσμα να «δηλητηριαστεί» και να νιώσει «αποστροφή για την κατάστασή της του λογικού ζώου»; Στη «μετα-ανθρώπινη» εποχή των κλώνων αυτό το όνειρο έχει, επιτέλους, σβήσει. Μαζί και ο άνθρωπος. Από περιττός, είχε γίνει ανύπαρκτος.

Μεταμφιεσμένη αυτοβιογραφία

Είναι προφανές ότι στον πυρήνα των μυθιστορημάτων του Ουελμπέκ πάλλεται μια ισχυρή αυτοβιογραφική φλέβα. Τεχνουργός, πρώτη ύλη και τελικό προϊόν είναι ο συγγραφέας ο ίδιος. Ο κεντρικός ήρωας φέρει τα χαρακτηριστικά του, μερικές φορές, μάλιστα, και το όνομά του. Δημόσιος υπάλληλος ή μάνατζερ μεσαίου βεληνεκούς (στο τελευταίο βιβλίο πάμπλουτος κωμωδιογράφος, όπως πάμπλουτος πια πρέπει να είναι και ο λογοτεχνικός του πατέρας), απομονωμένος, σεξομανής, παραδομένος σε αμφίβολες πολιτικοκοινωνικές θεωρίες, με θλιβερό παρελθόν και άδηλο μέλλον. Οι γονείς του είναι πρόσωπα επιεικώς μισητά• οι γυναίκες, άχρωμες περαστικές• οι συνάδελφοι, απεχθή νευρόσπαστα• οι Αραβες, «σκουλήκια του Αλλάχ», οι Εβραίοι, «ψύλλοι με περιτομή», οι όπου γης εξεγερμένοι, γελοίοι, η πολιτική δράση, μάταιη, αν όχι απολύτως εξοργιστική.

Η μυθοπλασία συχνά μοιάζει με ένα είδος εκδίκησης προς τον κόσμο - και στην περίπωση του Ουελμπέκ έχουμε την πιο ακραία, ίσως, εκδοχή αυτής της στάσης. Ξεφυλλίζοντας τη βιογραφία του, την οποία πρόσφατα εξέδωσε ο δημοσιογράφος του περιοδικού «Le Point» Denis Demonpion με τίτλο «Houellebecq non autorise. Enquete sur un phenomene», τείνει κανείς να πιστέψει ότι τα μυθιστορήματά του συνιστούν μετωπική επίθεση σε όσους κατά καιρούς τον πλήγωσαν ή τον αγνόησαν -αρκεί ο αναγνώστης να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται πατέρες και μητέρες στα βιβλία του. Ο Ντεμονπιόν έχει εργαστεί ευσυνείδητα, παίρνοντας συνεντεύξεις από τους γονείς και τους ελάχιστους φίλους του Ουελμπέκ, καταγράφοντας διασκεδαστικά και διαφωτιστικά περιστατικά, και κλείνοντας, αναπάντεχα, με τον αστρολογικό χάρτη του συγγραφέα, τον οποίο έχει εκπονήσει η πρώην τραγουδίστρια και νυν μελλοντολόγος Φρανσουάζ Αρντί. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια: ο Ουελμπέκ έχει γεννηθεί κάτω από το ίδιο ζώδιο με τον Μπιν Λάντεν - τους Ιχθείς. «Είμαι ο αγγελιαφόρος του θανάτου», θα σχολιάσει ο συγγραφέας, σε μία ακόμη επίδειξη μπλαζέ ειρωνείας. «Εχω έλθει στον κόσμο για να φέρω την καταστροφή».

Ο Μισέλ Ουελμπέκ (το πραγματικό του όνομα είναι Μισέλ Τομά) γεννήθηκε στη Ρεϊνιόν το 1958. Η μητέρα του ήταν γιατρός και ο πατέρας του, που στα 14 χρόνια του είχε εγκαταλείψει το σχολείο αλλά όχι και το διάβασμα (ήταν φανατικός του Σελίν, κατά δήλωσή του), είχε εργαστεί ως κηπουρός, φορτηγατζής και δάσκαλος του σκι. Τυπικοί εκπρόσωποι της «επαναστατημένης γενιάς» της δεκαετίας του '60, οι γονείς του μάλλον δεν μπορούσαν να εντάξουν ένα νεογέννητο στον ανέμελο τρόπο ζωής τους, κι έτσι, σε ηλικία μόλις πέντε μηνών, άφησαν τον μικρό τους γιο με τους παππούδες του στο Αλγέρι, κι έφυγαν μ' ένα ντεσεβό, για να περιπλανηθούν στην Αφρική. Το 1961 ο Μισέλ βρέθηκε στα περίχωρα του Παρισιού, στο σπίτι της γιαγιάς του, Ανριέτ Ουελμπέκ• οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει και ο Μισέλ τους έβλεπε μόνο στις διακοπές. «Μεγάλωσα με την ξεκάθαρη γνώση ότι εναντίον μου είχε διαπραχθεί μια μεγάλη αδικία», είχε εκμυστηρευτεί κάποτε σε μια συνέντευξη. «Για τον πατέρα μου αισθανόμουν κυρίως φόβο και για τη μητέρα μου αηδία. Ως τον θάνατό μου θα απομείνω ένα εγκαταλειμμένο παιδάκι, που ουρλιάζει από τον φόβο και το κρύο, στερημένο το χάδι και τη στοργή». Εξού και τα μυθιστορήματά του καταλογίζουν στους γονείς του και τη γενιά τους -τους χίπις, τα παιδιά του γαλλικού Μάη- τη σεξουαλική δυστυχία και κάθε λογής κοινωνικό δεινό που βιώνουν οι περισσότεροι ήρωές του. Η μόνη που εξαιρείται είναι η γιαγιά του και η σύντομη συμβίωσή τους - ειδυλλιακή ανάπαυλα στην κατά τα άλλα δυστυχισμένη ζωή ενός εσωστρεφούς και αντικοινωνικού παιδιού, εσώκλειστου σε οικοτροφείο, ενός απομονωμένου φοιτητή που τρεφόταν μονάχα «με ξερό ψωμί, μουστάρδα και ουίσκι», ενός νέου άνδρα με ψυχολογικά προβλήματα και κρίσεις κατάθλιψης, ικανές να τον οδηγήσουν σε κατ' επανάληψη νοσηλείες σε ψυχιατρικές κλινικές, ενός πρώιμου συζύγου (στα 24 χρόνια του) και πατέρα, ο οποίος, όπως θα ομολογήσει στο τελευταίο του βιβλίο, αδυνατεί να θυμηθεί γιατί παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα. «Η γιαγιά μου ήξερε να μου προσφέρει τα λίγα που λαχταρούσα: καθαρά ρούχα, νόστιμα κυριακάτικα φαγητά και αγάπη», θυμάται νοσταλγικά ο Ουελμπέκ. Η Ανριέτ θα του χαρίσει το όνομά της, με το οποίο θα εμφανιστεί στα γράμματα• η ίδια θα είναι υπεύθυνη για το δίπολο που κυριαρχεί στα βιβλία του: από τη μια, κυνισμός και μίσος, από την άλλη, σχεδόν γλυκερός συναισθηματισμός.

Γιατί ο Ουελμπέκ είναι η επιτομή των αντιθέσεων: ενδίδει στην πορνογραφία, ενώ ταυτόχρονα παραμένει ο ηθικολόγος που συστηματικά εξιδανικεύει τον ετεροφυλόφιλο έρωτα• επιτίθεται στη σύγχρονη δυτική κοινωνία, αλλά οι επικρίσεις του προέρχονται τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά: από τα δεξιά, γιατί αποδίδει την ασυγκράτητη σεξουαλικότητα στην κατάπτωση και την εξαχρείωση της «απελευθερωμένης» δεκαετίας του '60 και τον «εγωισμό των διανοουμένων»• από τα δεξιά, γιατί συνδέει την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα με τον όλεθρο της ελεύθερης αγοράς. Οπως σημειώνει ο κριτικός Theo Tait, που δημοσίευσε μια ιδιαίτερα εκτεταμένη παρουσίαση του συγγραφέα στο «London Review of Books», σε όλα τα βιβλία του Ουελμπέκ το θεωρητικό υπόβαθρο είναι κοινό - μια παραλλαγή του επιχειρήματος του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, που υπογραμμίζει πως ό,τι ονομάζουμε σεξουαλική ελευθερία δεν είναι παρά το τελευταίο στάδιο του μετασχηματισμού του προσωπικού πλούτου σε ανταλλακτική αξία. Το παράδειγμα της «Πλατφόρμας» είναι χαρακτηριστικό: εκεί ο σεξοτουρισμός προτείνεται ως ριζοσπαστική λύση της ελεύθερης αγοράς, επιτρέποντας στους σεξουαλικά ενδεείς να κερδίζουν επιτέλους καταναλωτική ικανοποίηση, έστω στο απέραντο σουπερμάρκετ της σεξουαλικής υπερπροσφοράς.

Και η λογοτεχνία;

Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Πέρα από τη θεματική ανάλυση, την επισήμανση των αυτοβιογραφικών στοιχείων, τη θεωρητική προσέγγιση του κοινωνικοπολιτικού στίγματος των βιβλίων του, το ερώτημα επανέρχεται, επίμονο, ιδίως μεταξύ των Γάλλων κριτικών: είναι πραγματικά καλός συγγραφέας ο Ουελμπέκ; Ο Eric Naulleau αμφιβάλλει σφόδρα. Στο βιβλίο του «Au secours! Houellebecq revient!» («Βοήθεια, ο Ουελμπέκ ξανάρχεται») διαπιστώνει μελαγχολικά: «Πρέπει στ' αλήθεια να έχουμε πέσει πολύ χαμηλά, για να θεωρήσουμε ότι μια απομίμηση του "SAS" (σ.σ. σειρά λαϊκών περιπετειωδών μυθιστορημάτων του Ζεράρ ντε Βιλιέ) ήρθε να ανανεώσει εκ βάθρων τη γαλλική λογοτεχνία». Διά χειρός Aude Lancelin, ωστόσο, έρχεται η αναίρεση: «Ο Ουελμπέκ αναστατώνει τις τακτοποιημένες κατηγορίες, αποκαλύπτει την κενότητα κάθε ακαδημαϊκής φανφάρας, θολώνει τις αισθητικές κατηγορίες», γράφει στον «Nouvel Observateur». Ας συγκρατηθούμε• ο Ουελμπέκ δεν είναι ο Σελίν. Η ναυτία που προκαλεί στον αναγνώστη δεν πηγάζει τόσο από την αιρετική και βλάσφημη στάση του όσο από τον λογοτεχνικό του πρωτογονισμό. Η ηχηρή βαναυσότητα πολλών σκηνών και η προφανής λύση πολλών αδιεξόδων (τι πιο εύκολο από το να σκοτώσεις κάποιον ήρωα, ή, ακόμα καλύτερα, να τον βάλεις να αυτοκτονήσει) δεν δείχνει ιδιαίτερη εκλέπτυνση. Ο,τι και να γραφτεί για τον Ουελμπέκ, κανείς δεν θα του αποδώσει αρετές στιλίστα.

Μιλήσαμε στην αρχή για τις κρυμμένες λογοτεχνικές του επιρροές, τις φιλοσοφικές του αναφορές. Δεν αναφέραμε τις πιο εμφανείς: τη λογοτεχνία του φανταστικού και τον Αμερικανό πεζογράφο Μπρετ Ιστον Ελις. Το πρώτο του βιβλίο, μετά την ποιητική συλλογή «Rester vivant. Methode» («Η μέθοδος για να μείνεις ζωντανός»), ήταν μια μελέτη πάνω στον Χ.Π. Λόβκραφτ και τα γοτθικά, φανταστικά, αλλόκοτα γραφτά του. Ενα δοκίμιο που λειτουργούσε σχεδόν προγραμματικά, ένα συγγραφικό μανιφέστο: «Η ζωή είναι οδυνηρή και απογοητευτική», σημείωνε εκεί. «Είναι άχρηστο, λοιπόν, να γράφει κανείς σήμερα ρεαλιστικά μυθιστορήματα. (...) Η ανθρωπότητα, τέτοια που είναι, μας εμπνέει μονάχα νοσηρή περιέργεια. Ολες αυτές οι εκλεπτυσμένες "έννοιες", "καταστάσεις" των σύγχρονων συγγραφέων... Το μόνο που κατορθώνουν, είναι να ενισχύουν την αποστροφή που ήδη έχει επαρκώς καλλιεργήσει εντός μας καθεμιά από τις μέρες της "πραγματικής" μας ζωής».

Αντίδοτο της αποστροφής, λοιπόν, η ηθικολογία. Κι όμως, όπως σημειώνει ο Τζέιμς Γουντ, υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στη γόνιμη αμφιθυμία και τη σύγχυση. «Τα μυθιστορήματα του Ουελμπέκ δείχνουν ασυνάρτητα, ταλαντευόμενα ανάμεσα σε μια άγρια κριτική και μια λύση που μετά βίας αρθρώνεται, όπως και ο συγγραφέας τους ταλαντεύεται ανάμεσα στην απέχθεια για τις σύγχρονες σεξουαλικές υπερβολές και τον πορνογραφικό ζήλο με τον οποίο τις αποτυπώνει», γράφει ο κριτικός. «Ο Ουελμπέκ μπορεί να μην είναι ο ρατσιστής μισογύνης όπως τον θέλει το κοινό αίσθημα, αλλά η πεζογραφία του συμμετέχει με μεγάλη ευκολία στην ποταπότητα που υποτίθεται ότι καταγγέλλει. Διακρίνει κανείς, βέβαια, την ηθική αντίσταση από την πλευρά του συγγραφέα, να εκφράζεται μέσα στις φλογερές του θεωρητικολογίες• όμως η ίδια η μυθοπλασία -η δραματική αναπαράσταση- ενδίδει στη μίμηση, αναπαράγοντας τον ζόφο και το κενό. Αλλωστε ποιο περιοδικό έσπευσε να δημοσιεύσει απόσπασμα από το νέο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ; Μα φυσικά, το "Playboy"».

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΧΙΝΑ
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 09/03/2007
------------------------------------------------------------------------

Το κρίσιμο σταυροδρόμι ενός συγγραφέα
Η μιντιακή περσόνα του «φαινόμενου» Μισέλ Ουελμπέκ μοιάζει να παρεισφρέει όλο και περισσότερο στα βιβλία του
Της Τιτικας Δημητρουλια
Το νέο μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ, «Η δυνατότητα ενός νησιού», εκδόθηκε το 2005 στη Γαλλία μετά φανών και λαμπάδων: μεταγραφή από τον Φλαμμαριόν στον Φαγιάρ με τίμημα 1,3 εκατομμύρια ευρώ, δηλώσεις του ιδίου ότι πρόκειται για το αριστούργημά του, επιλεκτική διανομή του κειμένου σε δημοσιογράφους φίλα προσκείμενους προς τον ίδιο και το έργο του πριν κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία, αναγγελία της μεταφοράς του στον κινηματογράφο – η οποία στην πορεία ματαιώθηκε, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να αναζητά και πάλι εκδότη. Περσόνα των μέσων και της διαρκούς αυτοβιογραφίας, θεσμοποιημένος ροκ σταρ της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής σκηνής, για τον οποίο πλέον οργανώνονται συμπόσια και γράφονται διδακτορικά, ο ταλαντούχος Ουελμπέκ αντιμετωπίζεται πλέον ως «φαινόμενο», όπως μαρτυρεί και ο τίτλος της βιογραφίας του από τον Ντενί Ντεμονπιόν («Houellebecq non autoris�: Enqu�te sur un ph�nom�ne», Maren Sell, 2005). Διότι με μία εξόχως οργανωμένη τακτική αυτοπαρουσίασης - «επιμέλειας του εαυτού», η οποία συναιρεί την πρόκληση και τον εντυπωσιασμό με την απόκρυψη, το μυστήριο και τον υπερβάλλοντα συναισθηματισμό, ενώ αφήνει να πλανάται στον αέρα μια υποψία θειαφιού, έχει καταφέρει να έχει επί μία δεκαετία μονίμως στραμμένους επάνω του τους προβολείς της δημοσιότητας.
Οι σαφείς και υπονοούμενες ρατσιστικές, σεξιστικές, αντιδραστικές θέσεις του, στις οποίες χρωστάει χαρακτηρισμούς του τύπου «αρνητιστής» (Νάνσυ Χιούστον), νεοαντιδραστικός (Ντανιέλ Λιντεμπέρ και άλλοι πολλοί), οι αντιισλαμικές του κορώνες που τον οδήγησαν έως και στο δικαστήριο και τον έκαναν να νιώσει μία άλλου τύπου ανασφάλεια, διαφορετική από τη συναισθηματική, εναλλάσσονται με εκκλήσεις για κατανόηση όσον αφορά το διαρκές πένθος που βιώνει, επειδή η μητέρα του δεν τον χάιδεψε πολύ όταν ήταν μικρός, επειδή του έχει λείψει η αγάπη, τον προδίδουν οι φίλοι, τον μάχονται οι δημοσιογράφοι. Οπως επίσης και με δηλώσεις ότι είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς της γενιάς του, ότι είναι ο νέος Περέκ και άλλα συναφή. Των εκδοτών συνεπικουρούντων, το αποτέλεσμα μετριέται στα εκατομμύρια της μεταγραφής, αλλά και των υπέρογκων συγγραφικών του δικαιωμάτων – στη Γερμανία μόνο τα έργα του έχουν πουλήσει 500.000 αντίτυπα.
«Ενα σημαντικό κάθαρμα»
Πέραν αυτών, όμως, υπάρχει και ο Ουελμπέκ συγγραφέας, που τάραξε τα νερά της ομφαλοσκοπούσας σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας, κάνοντας πράξη την ars poetica που πρότεινε ήδη από το 1991: «Κάθε κοινωνία έχει [...] τις πληγές της. Βάλτε το δάχτυλο στην πληγή και πιέστε δυνατά. Εξερευνήστε τα θέματα για τα οποία κανείς δεν θέλει να ακούσει. [...] Σταθείτε στην αρρώστια, την αγωνία, την ασχήμια. Μιλήστε για το θάνατο, τη λήθη. Τη ζήλια, την αδιαφορία, τη ματαίωση, την έλλειψη αγάπης. [...] Οταν θα προκαλέσετε στους άλλους ένα κράμα έντρομου οίκτου και περιφρόνησης, θα ξέρετε ότι είστε σε καλό δρόμο». Ετσι κι ο ίδιος, σαν άλλος Μπαλζάκ, με τον οποίο τον συγκρίνουν και συγκρίνεται, προσπαθεί να χαρτογραφήσει το δηωμένο τοπίο της Δύσης, ως μια απέραντη waste land του χρήματος και του σεξ, όπου η «ζώσα ζωή» ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν. Μεγεθύνοντας όσο δεν παίρνει τους φόβους μιας κατ’ επίφασιν ασφαλούς μικροαστικής τάξης, από την καταστροφή του περιβάλλοντος και το γήρας ώς την τρομοκρατία και τη μοναξιά, τη διάλυση της διυποκειμενικότητας, το ανέφικτο του μοιράσματος, ο Ουελμπέκ αποδομεί τη σύγχρονη κοινωνία από τη σκοπιά του δεξιού αναρχισμού και του αντιανθρωπισμού –με την φιλοδοξία να γίνει και αυτός «ένα σημαντικό κάθαρμα», σαν τον Σελίν, τον Σαρτρ ή τον Ζενέ– ή τουλάχιστον «ένα είδος Ζαρατούστρα της μεσαίας τάξης». Η ποίησή του, από την άλλη, ερμηνεύει τη στάση του: «Και η αγάπη, μέσα στην οποία όλα είναι εύκολα/κι η προσφορά είναι ακαριαία/υπάρχει καταμεσής στο χρόνο,/η δυνατότητα ενός νησιού». Οι στίχοι αυτοί σημαίνουν τη μάταιη, απελπισμένη, απεγνωσμένη αναζήτηση της ενότητας, του όλου μέσα από την αγάπη. Εξηγούν γιατί η ρομαντική κραυγή του ποιητή, ο οποίος αναρωτιέται «πού έχει πάει ο παράδεισος, που χάθηκαν οι θεοί», μετατρέπεται στην οργή και το θυμό του πεζογράφου, που γίνεται ένας κυνικός, «οξυδερκής παρατηρητής της σύγχρονης πραγματικότητας».
Νοσταλγία συναισθημάτων
Στο «Η δυνατότητα ενός νησιού», ο Ουελμπέκ οικτίρει γι’ άλλη μια φορά την ανθρωπότητα για την κατάντια της και την καταδικάζει στο πυρ εξώτερον, τάσσεται κατά της αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους και υπέρ της κλωνοποίησης με γενετική παρέμβαση. Συνεχίζει, δηλαδή, τη συλλογιστική των «Στοιχειωδών σωματιδίων», προσθέτοντας αυτή τη φορά το στοιχείο της αιωνιότητας, ως μοναδικής δυνατότητας γαλήνευσης του ανθρώπου, μέσα από την κατάργηση των αισθήσεων και των αισθημάτων. Ο Ντανιέλ 1, το πρωτότυπο των Ντανιέλ 24 και 25 που αποτελούν τους κλώνους του, προσχωρεί σε μια σέκτα που υπόσχεται την αιώνια ζωή και μετέχει στο πρώτο μεταανθρώπινο βασίλειο, στο πρώτο αυτότροφο ζωικό είδος που, χάρη στην Τυπική Γενετική Τροποποίηση του DNA του, απολαμβάνει τα αγαθά της αιώνιας ηρεμίας, απαλλαγμένο από την επιθυμία του Αλλου. Ο Ουελμπέκ προτείνει επιτέλους μιαν ολοκληρωμένη λύση όσον αφορά την τυραννία του σώματος, που τον στοιχειώνει εξαρχής, ως πηγή ηδονής και οδύνης: σχεδόν το καταργεί – και από την ανυπαρξία των αισθημάτων περνάμε πλέον στη νοσταλγία τους. Κι αυτή η νοσταλγία, που υπαγορεύει την ηρωική έξοδο του Ντανιέλ 25 από το προστατευμένο περιβάλλον της αιώνιας αναγέννησης στον κανιβαλιστικό κόσμο των «αγρίων» ανθρώπων, στον σαρκοβόρο φυσικό κόσμο, ορίζει εντέλει το ανέφικτο του εγχειρήματος: ακόμα και στην αιώνια ζωή ο άνθρωπος συνεχίζει να πονά για όσα δεν έχει.
Το σημαντικό στον Ουελμπέκ, έως σήμερα, ήταν η αυθεντικότητα της οδύνης που αναδυόταν μέσα από τον σκληρό, ανελέητο κυνισμό του, η αίσθηση της αναπότρεπτης, βιβλικής συντέλειας του κόσμου, ως δίκαιης τιμωρίας για τα αμαρτήματα του δυτικού πολιτισμού. Οι βιβλικές αντηχήσεις είναι ακόμη πιο ευδιάκριτες στο νέο του μυθιστόρημα, που ταλαντεύεται ανάμεσα στη Δημιουργία και την Αποκάλυψη, με πλατωνικές παρεκβάσεις και αναφορές στην Καινή Διαθήκη όσον αφορά τη «νεκρή αγάπη». Και οι νεοάνθρωποί του, που αναζητούν τη σωτηρία τους μέσα σε έναν κόσμο άνυδρο, ερειπωμένο και ερημωμένο, που θυμίζει Mad Max, είναι εξίσου ενδιαφέροντες και συγκινητικοί με τους κλώνους στο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» του Καζούο Ισιγκούρο ή τους μεταανθρώπους του άλλου κακού παιδιού της γαλλικής λογοτεχνίας, του Μωρίς Νταντέκ, στο «Cosmos Inc.». Η καθ’ υπερβολήν περιγραφή όμως μιας αδιέξοδης κατάστασης μοιάζει να έχει φτάσει πια στα όριά της και ο Ντανιέλ 1, παρότι σαφώς επηρεασμένος, όπως και ολόκληρο το βιβλίο, από τον Νόρμαν Σπίνραντ και τον Τζακ Μπάρον ή το «Mind Game», δεν φτάνει τα πρότυπά του, εγκλωβίζεται στις εμμονές του Ουελμπέκ και μας προκαλεί πλήξη. Παράλληλα, ο ιδεολογικός προσανατολισμός των έργων του, το γεγονός ότι τονίζουν τη ζωικότητα της ανθρωπινότητας, ανοίγοντας εφιαλτικές προοπτικές αναίρεσής της, επιτείνεται ως πρόβλημα, όπως ενισχύεται και η αίσθηση που είχαμε για πρώτη φορά στην «Πλατφόρμα», ότι ο Ουελμπέκ αρχίζει και χάνει τον έλεγχο της γραφής του, καθώς η μιντιατική περσόνα του μοιάζει να παρεισφρέει όλο και περισσότερο στα βιβλία του και να κλονίζει τη δομή τους. «Η δυνατότητα ενός νησιού» είναι ένα δυνατό όσο και άνισο βιβλίο, που αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά ως προς την πορεία ενός συγγραφέα τόσο έξυπνου και ταλαντούχου που καταλήγει επικίνδυνος για τον ίδιο του τον εαυτό.
Hμερομηνία δημοσίευσης: 27-05-07
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου