Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Μίλαν Κούντερα, «Το αστείο»

Μίλαν Κούντερα, «Το αστείο»

Το κωμικό στοιχείο εμπεριέχεται σε κάθε είδος εξουσίας, όπως και σε πολλές μορφές ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Αλλωστε από τον τρόπο με τον οποίο οι παρενέργειές του επεκτείνονται στη συνείδηση και στον ψυχικό βίο εξαρτάται συχνά και η εικόνα που σχηματίζουμε για τον κόσμο. Επομένως η διακωμώδηση, ως πράξη ατομικής απελευθέρωσης εξ ορισμού, είναι αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες. Ο σημερινός αναγνώστης διαβάζοντας το Αστείο του Μίλαν Κούντερα αυτό πρωτίστως εισπράττει. Οταν το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1967, την περίοδο της Ανοιξης της Πράγας, θεωρήθηκε το σημαντικότερο μεταπολεμικό πολιτικό μυθιστόρημα που κατήγγελλε το σοβιετικό σύστημα και τον συναφή ολοκληρωτισμό χωρίς να καταφεύγει στα φτηνά τεχνάσματα της προπαγάνδας αλλά μόνο στην ευφυή - και αυθεντικά πεζογραφική - υπόθεσή του: ο κεντρικός ήρωας, ο 20χρονος Λούντβιχ Γιαχν, στέλνει στη φίλη του μια κάρτα όπου αστεϊζόμενος της γράφει: «Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρωμάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι». Από εδώ και πέρα η ζωή του παίρνει τον κατήφορο. Η φίλη του δεν καταλαβαίνει από αστεία. Τον ίδιο τον διαγράφουν από το κόμμα. Στον στρατό τον στέλνουν σε τάγμα ανεπιθύμητων και υπηρετεί τη θητεία του δουλεύοντας στα ορυχεία, όπου και μένει τρία επιπλέον χρόνια, «εθελοντικά». Το μέλλον του, η ιστορία της ζωής του, είχε σχεδιαστεί πάνω σε ένα αστείο, σε ένα λάθος, τις συνέπειες του οποίου θα πρέπει να εξαλείψει πάση θυσία. Τόσο ο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα κεντρικά πρόσωπα της αφήγησης (ο Γιάροσλαβ, η Ελενα, ο Κόστκα) γίνονται άλλοι άνθρωποι, δηλαδή εκείνοι που όντως ήταν αλλά δεν το ήξεραν.

Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου οι μυστικές υπηρεσίες της Δύσης πίστευαν ότι μόνο εν ονόματι της θρησκείας ήταν δυνατόν να αναληφθεί οποιαδήποτε εκστρατεία εναντίον του κομμουνισμού. Αλλά στο μυθιστόρημα του Κούντερα, όπου τα καφκικά και τα φροϋδικά στοιχεία αφθονούν ορίζοντας και το πεδίο των ατομικών σχέσεων, η θρησκεία εμφανίζεται ως αρνητικό της ιδεολογίας - και αντιστρόφως. Αυτό προκύπτει από τη διαδικασία των απανωτών σχολιασμών - βασικό γνώρισμα της πεζογραφικής τέχνης του Κούντερα. Η διαδικασία αυτή προωθεί και δεν επιβραδύνει ούτε στιγμή την αφήγηση. Τα σχόλια είναι δραστικά, αναφέρονται πάντα στο παρόν, έστω και αν αντλούνται από το παρελθόν, και σε κανένα σημείο δεν λειτουργούν απολογιστικά. Αντιθέτως, δυναμώνουν τις περιγραφές πλουτίζοντάς τες με το εσωτερικό νόημα που υποκρύπτει κάθε αναπαράσταση. Είναι το υπόστρωμα της θέας, όπου θεμελιώνεται ο μύθος και όπου το θέμα συναντά το νόημά του.

Η ειρωνεία, η αμφιθυμία, η δυσθυμία και η διπλή κίνηση στον χρόνο (από την ατομική ζωή στο κοινωνικό γίγνεσθαι και αντιστρόφως) αποτελούν αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά της αφηγηματικής όσμωσης και της διάβρωσης του λόγου από μια σειρά αιτίων που καταρρακώνονται εξαιτίας των γεγονότων. Ο συγγραφέας μέσω των ηρώων του χαμογελά και μορφάζει ταυτοχρόνως. Ετσι η ειρωνεία συνιστά και μορφή σωτηρίας. Ο αναπόφευκτος κυνισμός τρέφει τη μελαγχολική σκιά, τον άλλο εαυτό, την άλλη ζωή, το πικρό γέλιο, κυρίαρχο σε όλο το έργο του Κούντερα. Το Αστείο είναι σημαντικό μυθιστόρημα όχι μόνο καθαυτό αλλά και επειδή θέτει όλα τα ζητήματα που θα αποτελέσουν τις θεματικές περιοχές των κατοπινών του έργων. Εδώ αναπτύσσονται για πρώτη φορά στις πολιτικές παρυφές οι υπαρξιακές παράμετροι του άγχους: η αφασία και η λήθη μέσα από την οποία αλιεύουμε τις αναμνήσεις και τον κλεμμένο μας χρόνο. Επιπλέον, καθώς υπάρχουν τέσσερις αφηγητές, πρόκειται για το πρώτο «τζαζ» μυθιστόρημα της Ευρώπης, το οποίο μάλιστα δεν αφίσταται του ρεαλιστικού του πυρήνα. Είναι σαν να γράφτηκε σήμερα.

Δειλός ή απλώς αθώος ο Μίλαν Κούντερα;

Διχάζει έγγραφο που θέλει τον συγγραφέα να είναι χαφιές της Ασφάλειας

Τελικά υπήρξε ή όχι καταδότης ο Μίλαν Κούντερα; Και αν υπήρξε, αν πράγματι κατέδωσε το 1950 έναν κατάσκοπο της Δύσης στην τσεχοσλοβακική αστυνομία, πόση σημασία μπορεί να έχουν όλα αυτά σήμερα; Η σύζυγος του φερόμενου ως θύματος και ένας παλιός φίλος του φερόμενου ως θύτη καταθέτουν τις απόψεις τους.

«Δεκατέσσερα χρόνια από τα νιάτα του στα γκουλάγκ, να εξορύσσει ουράνιο για τις ατομικές βόμβες του Κρεμλίνου, και κατόπιν δεκαετίες κορτιζόνης και εξουθενωτικών θεραπειών: να τι έπαθε ο Μίροσλάβ μου από εκείνη την καταγγελία και τι μένει σήμερα από τη ζωή του. Μπορεί να ήταν ο Κούντερα ο καταδότης. Και λοιπόν; Τι αλλάζει; Ποιος θα ξαναδώσει εκείνα τα 14 χρόνια στον σύζυγό μου;». Η Μαρκέτα Ντβοράτσεκ Νόβακ ταλαντεύεται μεταξύ παραίτησης και οργής. Ο σύζυγός της, Μίροσλαβ Ντβοράτσεκ, ήταν 22 ετών όταν συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία. Ο νεαρός πιλότος είχε εγκαταλείψει την Τσεχοσλοβακία μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές το 1948, στη Γερμανία όμως όπου κατέφυγε τον στρατολόγησαν Αμερικανοί πράκτορες της αντικατασκοπίας, οι οποίοι τον έστειλαν πίσω στην πατρίδα του.

Η βαλίτσα
Σύμφωνα με το τσεχικό Ινστιτούτο για τη Μελέτη Ολοκληρωτικών Καθεστώτων, στις 14 Μαρτίου του 1950 ο Ντβοράτσεκ άφησε μια βαλίτσα στο δωμάτιο μιας φοιτήτριας, της Ίβα Μίλιτκα, στην Πράγα. Η Μίλιτκα είπε στον φίλο της, Μίροσλαβ Ντλασκ, να μην την επισκεφθεί εκείνο το βράδυ. Ο Ντλασκ, πιθανώς από ζήλεια, το είπε στον φίλο του, 21χρονο φοιτητή τότε, Μίλαν Κούντερα. Κι αυτός, σύμφωνα πάντα με το τσεχικό ινστιτούτο, το οποίο επικαλείται ένα έγγραφο της αστυνομίας από την εποχή εκείνη, κατέδωσε τον Ντβοράτσεκ στην αστυνο- μία. Ο Ντβοράτσεκ θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί σε θάνατο, αντ΄ αυτού καταδικάστηκε σε 22 χρόνια φυλάκιση για λιποταξία, κατασκοπεία και προδοσία- τελικά εξέτισε τα 14. Σήμερα, 80 χρόνων πια, ζει στη Σουηδία. Πρόσφατα υπέστη εγκεφαλικό, η σύζυγός του, η Μαρκέτα, είναι, όπως λέει, «η φωνή του». «Δεν με εκπλήσσει η αποκάλυψη, εκείνα τα χρόνια όλοι οι διανοούμενοι που αργότερα έγιναν μεταρρυθμιστές και αντικαθεστωτικοί ήταν πεπεισμένοι κομμουνιστές», λέει. «Τουλάχιστον ο Γκίντερ Γκρας, έστω και αργά, ομολόγησε ότι ήταν στα
SS όταν ήταν νέος. Αλλά κάποιοι άλλοι είναι δειλοί», συνεχίζει.

Δειλοί ή απλώς αθώοι; Ο Κούντερα εκδιώχθηκε το 1970 από το Κόμμα λόγω της κριτικής που ασκούσε και από το 1975 ζει στο Παρίσι. Προχθές έσπασε τη σιωπή του για να διακηρύξει την αθωότητά του. «Δεν γνωρίζω καν αυτόν τον άνθρωπο», δήλωσε. Ένας παλιός φίλος του ωστόσο πιστεύει ότι το βιβλίο «Η ζωή είναι αλλού», όπου ο Κούντερα αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού συγγραφέα που γίνεται καταδότης, ίσως να είναι και αυτοβιογραφικό.

Ηθική υποχρέωση
«Πίστευα πάντα πως ο Κούντερα γνώριζε πολύ καλά την ιστορία του καταδότη για τον οποίο μιλά σε αυτό το βιβλίο», λέει ο Μίλαν Ούχντε, καθηγητής τσεχικής λογοτεχνίας σήμερα, πρόεδρος του Κοινοβουλίου την εποχή της Άνοιξης της Πράγας, επί Ντούμπτσεκ. Με τον Κούντερα γνωριζόταν καλά,
υπήρξαν συμφοιτητές, γείτονες. Δηλώνει πως η αποκάλυψη τον τάραξε, υπερασπίζεται όμως τον φίλο του. «Αμφιβάλλω για την απόλυτη αξιοπιστία του εγγράφου, ο Κούντερα του 1950 όμως πιθανόν πράγματι να κατέδιδε, καλή τη πίστη, κάποιον που θεωρούσε εχθρό του σοσιαλισμού. Πιστεύαμε ειλικρινά στον σοσιαλισμό, στην ηθική υποχρέωση να καταγγέλλουμε όποιον απειλούσε ένα σχέδιο κοινωνικής δικαιοσύνης, μπορεί να το έχω κάνει κι εγώ.

Σήμερα είναι εύκολο να κατηγορούμε. Οι νέες γενιές ζουν μέσα στην ελευθερία. Αυτό που σήμερα μοιάζει με ρουφιανιά όμως τότε φαινόταν αγνός πολιτικός αγώνας». Τελικά, το μόνο βέβαιο είναι αυτό που είχε πει κάποτε στον Ίαν Μακ Γιούαν ο ίδιος ο Μίλαν Κούντερα: «Ξαναγράφουμε διαρκώς τη βιογραφία μας, και δίνουμε διαρκώς στα πράγματα νέα σημασία».

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Κίττυ Ξενάκη


1 σχόλιο:

  1. O Μίλαν Κούντερα σημείωνε τα εξής στο πολύκροτο μυθιστόρημα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι » :
    «…το κιτς αποκλείει από το οπτικό του πεδίο, όλα όσα ουσιαστικά απαράδεκτα αποκλείει η ανθρώπινη φύση…αναφέρεται σε εικόνες – κλειδιά, βαθιά αγκυροβολημένες στη μνήμη των ανθρώπων.
    Το κιτς είναι το αισθητικό ιδεώδες όλων των πολιτικών, όλων των κομμάτων και όλων των πολιτικών κινημάτων. Ό,τι παρενοχλεί το κιτς εξοστρακίζεται από τη ζωή: Κάθε εκδήλωση ατομικισμού, κάθε σκεπτικισμός…ο αντίπαλος του ολοκληρωτικού κιτς είναι ο άνθρωπος που θέτει ερωτήσεις…όποια και αν είναι η περιφρόνηση που μας εμπνέει, το κιτς είναι μέρος της ανθρώπινης μοίρας».

    ΑπάντησηΔιαγραφή