Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Ανδρέα Καραγιάν «Η αληθής ιστορία»


«Λυπάμαι που δεν άγγιξα ποτέ τον πατέρα μου»
Ο ζωγράφος Αντρέας Καραγιάν «ζωγραφίζει» με λέξεις τη ζωή του από τα ’60s μέχρι σήμερα
Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα
Αυτή τη φορά ο ζωγράφος Αντρέας Καραγιάν άφησε στην άκρη τα πινέλα, το καβαλέτο και τους μουσαμάδες και καταπιάστηκε με λέξεις. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, στο βιβλίο του «Η αληθής ιστορία» «ζωγράφισε» τα παιδικά του χρόνια σε μιαν αστική Λευκωσία της δεκαετίας του ’50 διαφορετική από τη σημερινή, αλλά και τις αναζητήσεις του ίδιου ως έφηβου: τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τη σεξουαλική αφύπνιση, τις ενοχές, τον πρώτο έρωτα... Κι αν στους πίνακές του αποτυπώνει κυρίως ανδρικές φιγούρες, συνομιλώντας με το ύφος του Τσαρούχη, στο βιβλίο του κυριαρχούν οι γυναικείες.
Μέσα από τις σελίδες του γνωρίζουμε την προσωπική και την οικογενειακή του ιστορία, αλλά και την ιστορία των προσώπων που τον επηρέασαν, που αγάπησε, που στάθηκαν για κάποιο λόγο σημαντικά για την πορεία του. Και σκιτσάρει τη διαδρομή του: από την οδό Ουζουνιάν στη Λευκωσία, στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60 κι από ’κει στην Ευρώπη. Μια διαδρομή η οποία, ομολογεί ότι, είχε διαφορετικές εκφράσεις, «παρεκκλίσεις», τολμηρές επιλογές, συγκρούσεις.
Τον συναντήσαμε στην Αθήνα, μία από τις τρεις πόλεις που ζει (οι άλλες είναι η Λευκωσία και η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου) και μιλήσαμε για πολλά, αφού δεν έχει πρόβλημα να μοιραστεί με τον συνομιλητή του τα πάντα. Ο Ανδρέας Καραγιάν ομολογεί ότι πάντα τον συγκινούσαν οι λέξεις. Οτι ανακάλυψε διηγήματά του, γραμμένα όταν πήγαινε Γυμνάσιο. Στην πορεία, αυτή του την αγάπη την καλλιέργησε μέσω της δημοσιογραφικής κριτικής, αφού από το 1978 ώς το 2004 έκανε κριτική εικαστικών, θεάτρου και κινηματογράφου στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος». «Ζούσα μέσα σε βιβλία, μεγάλωνα με βιβλία, περπατούσα στο δρόμο μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Μεγαλώνοντας σαν ένα παιδί που αισθανόταν διαφορετικό από τα άλλα, μέσα σε μια κοινωνία στις νόρμες της οποίας δεν μπορούσε να προσαρμοστεί και βλέποντας ότι γίνεται ευάλωτο, ο μοναδικός τρόπος για να διασωθεί ήταν να γίνει καλύτερο από τους άλλους.
– Περιγράφετε την Κύπρο της δεκαετίας του ’50 και όλα μοιάζουν σήμερα ειδυλλιακά. Ηταν πράγματι έτσι;
– Δεν είναι ειδυλλιακά. Τα καταγράφω όπως τα έζησα. Υπάρχει όμως, πράγματι, μια μελαγχολική τρυφερότητα. Αλλωστε, οι περισσότερες ιστορίες τελειώνουν με θάνατο. Απέφυγα τα μελοδραματικά στοιχεία ή τις ψευτογλυκερότητες. Πρώτα απ’ όλα είναι ένας εξορκισμός καταστάσεων που έμεναν μετέωρες. Και όσο μεγαλώνει κανείς, θέλει να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα. Ηθελα να πω ό,τι με βασάνισε και να ξαναζωντανέψω όλους αυτούς τους ανθρώπους που έφυγαν και νόμιζαν ότι δεν θ’ αφήσουν τίποτα πίσω τους. Τους έδωσα τη δυνατότητα να ξαναζήσουν. Στην ηλικία μου πια, βλέποντας τα πράγματα προς τα πίσω, το χιούμορ και ο σαρκασμός σώζει καταστάσεις που διαφορετικά θα ήταν πολύ τραγικές.
– Πότε σας αναγνώρισε ο Θεοφανίδης, ο πραγματικός σας πατέρας;
Λίγες μέρες πριν πεθάνει. Πέθανε το 1996 την ίδια μέρα με τη μάνα. Είναι συγκλονιστικό. Τα προηγούμενα χρόνια ήταν ένας οικογενειακός φίλος. Ηταν ένα τραγικό ιψενικό τρίγωνο και ποτέ δεν κατάφερα να μάθω αν ήξερε ο ένας για τον άλλον ή αν είχαν δημιουργήσει μια ισορροπία για χάρη των παιδιών. Η μάνα μου ήταν μια συγκλονιστική γυναίκα. Προσπάθησε ενάντια σ’ όλες τις συμβατικότητες της εποχής της να πολεμήσει με τα συναισθήματά της αλλά να κρατήσει και την αξιοπρέπειά της. Στο βιβλίο μου κυριαρχούν γυναίκες που έκαναν ακριβώς αυτό: πάλεψαν για την αξιοπρέπειά τους. Εχω κρατήσει πολλά πράγματα από τη μάνα μου στη Λευκωσία. Ξέρεις, δεν φεύγουν οι άνθρωποι είναι πάντα εκεί μαζί σου. Σε κάθε στροφή νομίζω ότι τη βλέπω. Οχι τον πατέρα μου. Αυτός ήταν μια τραγική φιγούρα. Μοναξιασμένος και τραγικός. Και τώρα λυπάμαι που δεν τον άγγιξα ποτέ μου αυτόν τον άνθρωπο.
– Πώς θυμάστε την κοινή ζωή με τους Τούρκους;
– Ηταν πολύ φυσική σχέση. Αλλά οι Τούρκοι ήταν για μας η υπηρέτρια, ο νυχτοφύλακας, ο εργάτης... Εκτός από τη φίλη της μάνας μου, την Εμεττέ. Αυτή ήταν σαν εμάς, οικογένεια. Χωριστήκαμε το 1963, όταν οι Τούρκοι πήγαν στο γκέτο.
– Στην Κύπρο πώς υποδέχτηκαν το βιβλίο;
– Πάρα πολύ καλά, δεν το περίμενα. Οσοι ήταν 50 - 60 συγκινήθηκαν πάρα πολύ γιατί ξαναείδαν τις εποχές της νιότης τους. Οσο για τη νέα γενιά, είδαν στις σελίδες του τα προβλήματα του έφηβου, γιατί δεν είναι μόνο προσωπικά μου θέματα. Τα αντιμετωπίζει ο κάθε έφηβος που ξυπνάει η σεξουαλικότητά του και αναζητεί τη σχέση ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό ή μιαν άλλη έκφραση του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας. Είναι η αναζήτηση μας ταυτότητας, κι ενός παραδείσου. Στο πρώτο μέρος είναι ένα παιδί που βλέπει τα πράγματα με μια γοητεία και μια έκπληξη. Στο δεύτερο μέρος, που γράφω τώρα, είναι ένας άνθρωπος που φιλοσοφεί πια τα πράγματα, τη σχέση του με τους ανθρώπους. Τελικά, νομίζω ότι ο κόσμος μού πιστώνει κάτι σημαντικό: την ειλικρίνειά μου. «Λες τα πιο τολμηρά πράγματα, αλλά η ειλικρίνειά σου, αφοπλίζει», μου είπε κάποιος.
Το παιδί με το κόκκινο μπαλόνι
– Αν δεν είχατε φύγει για το εξωτερικό, πιστεύετε ότι δεν θ’ ακολουθούσατε τη διαδρομή που τελικά πήρατε;
– Οχι. Επαιξε σημαντικό ρόλο το εξωτερικό, έπαιξαν σημαντικό ρόλο διάφοροι άνθρωποι που συνάντησα στη ζωή μου, όπως η γυναίκα μου. Εζησα στο Λονδίνο την εποχή των χίπις και της αμφισβήτησης που όλα και όλοι λέγανε: Ανοιξε τον εαυτό σου, κάνε πειράματα με τη σεξουαλικότητά σου, τους έρωτές σου, τους γύρω σου, την τέχνη σου... Εχω υπάρξει πολύ επαναστατικός σε περιόδους της ζωής μου. Εχω γράψει άρθρα για τον φεμινισμό, τη σεξουαλικότητα, για όλα τα ταμπού που συναντούσα. Αποφεύγω τη λέξη ομοφυλοφιλία γιατί δεν πιστεύω ότι αντιστοιχεί με κάτι. Οταν λες μια λέξη καθορίζεις πράγματα, ενώ εγώ ποτέ δεν μπορούσα να καθορίσω τον εαυτό μου. Πέρασα έρωτες και με τα δύο φύλα με το ίδιο πάθος.
– Η μητέρα σας γνώριζε τις επιλογές σας;
– Ολες οι μητέρες ξέρουν τι είναι ο γιος τους. Απλώς δεν το συζητάνε. Η γυναίκα έχει μια κατανόηση και ευαισθησία που οι άνδρες δεν την έχουν.
– Εκτός από τη μητέρα σας ποιες άλλες γυναίκες σας καθόρισαν;
– Η γυναίκα μου, και με πλήγωσε πολύ που δεν ήθελε να βάλω στο βιβλίο το αληθινό της όνομα. Αλλά σεβάστηκα την επιθυμία της. Ηταν μια πολύ σημαντική παρουσία σ’ όλα τα πράγματα. Ομως κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι έπρεπε να μπω στα σκοτάδια του εαυτού μου. Αν δεν γινόταν αυτό δεν θα ωρίμαζα ποτέ. Θα ήμουν ένα παιδάκι μ’ ένα κόκκινο μπαλόνι που θα έτρεχε τραγουδώντας εδώ κι εκεί. Χρειαζόταν όμως κάποια στιγμή να τρυπήσω το μπαλόνι για να δω ό,τι άλλο υπήρχε μέσα του.
Info: Το βιβλίο του Ανδρέα Καραγιάν «Η αληθής ιστορία» (εκδ. Καστανιώτης) παρουσιάζεται την ερχόμενη Τετάρτη, 29 Απριλίου στις 8 μ.μ. στο Σπίτι της Κύπρου (Ηρακλείτου 10). Θα μιλήσουν ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας, ο δημοσιογράφος Γιάννης Τζαννετάκος, ο ζωγράφος Γιώργος Νικολαΐδης και ο ζωγράφος Πέτρος Ζουμπουλάκης. Αποσπάσματα θα διαβάσει ο συγγραφέας.

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

1 σχόλιο:

  1. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που το διάβασα απνευστί. Δεν μπορούσα να περιμένω αύριο... Σε μια μέρα το διάβασα. Καταπληκτική γραφή που σε παίρνει σε άλλες εποχές, δίνοντας σου το άρωμα κάθε στιγμής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή